Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Ο ΓΕΡΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΑΔΙΟΥ, ΑΜΦΙΚΛΕΙΑΣ (1912 - 2006 )




Ό Ιερομόναχος Αμβρόσιος ( κατά κόσμον Σπυρίδων ) εκοιμήθη στις 2 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 92 ετών. Σ΄ ένα διάλογο, που είχα με τον μακαριστό γέροντα, μού διηγήθηκε ότι μετά την στρατιωτική του θητεία (Τσολιάς στην Ανακτορική φρουρά), ήθελε να πάει στο Άγιο Όρος. Δεν ήξερε, όμως, που και πώς να πάει...
Τότε, τού εμφανίστηκε ένας νέος περίπου 25 ετών και του είπε: Γνωρίζω τους τόπους, έλα μαζί μου. Έτσι και έγινε.
Ξεκίνησαν μαζί, Πήγαν στο λιμάνι, μπήκαν στο πλοίο, μου έδωσε μάλιστα και ψωμί και φάγαμε παρέα όλες τις ημέρες που ήταν μαζί μου, το όνομά του δεν μου το είπε, άλλά κι εγώ δεν τον ρώτησα. Έτσι φθάσαμε στη Δάφνη και από κει περπατώντας στο Άγιο Όρος.
Όσο ήταν μαζί μου, αισθανόμουν μεγάλη ασφάλεια. Προχωρώντας μου έδειξε την Μονή Ξηροποτάμου όπου τιμούν τους Άγίους 40 μάρτυρες. Με ρώτησε, αν ήθελα να προσκυνήσουμε και εγώ δέχτηκα. Μπήκαμε στο Ναό (καθολικό τής Μονής) και ενώ ασπαζόμουν την εικόνα, μού έλεγε ο Γέροντας, μάς περικύκλωσαν 40 νέοι άνδρες. Τότε ο νέος μου είπε, αυτοί είναι οι 40 Άγιοι Μάρτυρες και χαίρονται, γιατί θα γίνεις μοναχός. Από εκεί συνέχισαν στις Καρυές στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου.
Εδώ ο νέος σταμάτησε, μου έδειξε την Ιερά Μονή και μου είπε: Εδώ, θα μείνεις, Σπύρο, καί θα γίνεις μοναχός. Θα κάνεις υπομονή και υπακοή στο γέροντα ... κι εξαφανίστηκε.
Φαίνεται ότι αυτός, ήταν ο άγγελος φύλακας, ο άγγελος Κυρίου. Ο Δόκιμος Σπυρίδων γίνεται λοιπόν μοναχός με το όνομα Χαρίτων σε ηλικία 25 ετών.
Ένα βράδυ ο ηγούμενος λέει στον μοναχό Χαρίτωνα να διαβάσει την ακολουθία τής 9ης στο νάρθηκα, εκείνος, καθώς ήταν αγράμματος, προσπάθησε να διαβάσει, άλλά είχε μεγάλη δυσκολία. Εξαγριώθηκε ο ηγούμενος τον έδιωξε λέγοντάς του να πάει στο κελί του. Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκε ή Παναγία και σε μία μόνο νύχτα έμαθε το ψαλτήριο καί μάλιστα από μνήμης!
Κατέστη Θεοδίδακτος και θυμίζει σε όλους τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, που είχε μεγάλη δυσκολία στη μάθηση όταν ήταν παιδάκι Ή οικογένειά του τον πήγε στη Μονή και προσευχήθηκαν στην Παναγία που του υπέδειξαν να κάνει κάθε βράδυ τρεις μετάνοιες στην Παναγία και να την παρακαλεί να τον κάνει καλό μαθητή. 'Έγινε έτσι ο πρώτος μαθητής, όποτε, όμως, ξεχνούσε τις μετάνοιές του, έπαιρνε κακό βαθμό.

Ένα άλλο τώρα περιστατικό από τη ζωή του Μοναχού Χαρίτωνα, του άνθρώπου του Θεού. Καλοκαίρι στο Άγιον Όρος και ο Χαρίτων βρισκόταν στον κήπο για εργασίες. Βλέποντας μία συκιά και επειδή πεινούσε, ανέβηκε στο δένδρο, για να φάει σύκα. Στο Άγιον Όρος οι μοναχοί δεν επιτρέπεται να τρώνε τίποτε έκτός τραπέζης, γιατί θεωρείται λαθροφαγία δηλαδή σοβαρό παράπτωμα.
Έφαγε μερικά σύκα και έπεσε από το δέντρο. Βογκούσε από τους πόνους, γιατί έσπασε το πόδι του, τον έψαχναν οι άλλοι μοναχοί από το πρωί και τον βρήκαν το απόγευμα να πονάει στο περιβόλι πεσμένο κάτω. Τον έβαλαν πάνω σε μια πόρτα και τέσσερα άτομα μαζί, γιατί ήταν και σωματώδης, τον μετέφεραν στο κελί του. Διηγείται ο ίδιος ο γέροντας Αμβρόσιος, "ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι μου και πονούσα, απέναντι έβλεπα το παρεκκλήσι των Άγίων Αναργύρων και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν. Εμφανίζονται τότε δύο γιατροί με λευκές μπλούζες και προσπάθησαν να βάλουν το πόδι μου στην θέση του.
-Τράβα Κοσμά, έλεγε ο ένας, κράτα από εδώ Δαμιανέ, έλεγε ο άλλος, και σε πέντε λεπτά οι πόνοι εξαφανίστηκαν και έγινα καλά". 'Όταν οι συμμοναστές τον είδαν, δόξασαν το Θεό και τους Άγίους Αναργύρους.

Στη Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου βρίσκονταν πέντε νέοι μοναχοί και ένας ηλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να αλλάξουν τον γέροντα. Το έμαθε ο γέροντας και αποφασίστηκε ή απομάκρυνση των πέντε μοναχών. Συνοδεία αστυνομίας εκδιώχτηκε στην Μονή Χιλανδαρίου καί ο Χαρίτων.
Εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πέρασε αρρώστιες, που τον ανάγκασαν να έρθει στον κόσμο. Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στην ερειπωμένη Μονή Δαδιού στη Φθιώτιδα. Στην ερειπωμένη αύτη Μονή βρήκε μόνο αρουραίους, φίδια και άγρια ζώα. Ο Γέροντας Πορφύριος του υπέδειξε: Κάθισε εδώ, κάνε υπομονή και υπακοή, και ο Θεός θα σε βοηθήσει ...
Ανασύστησε την ερειπωμένη 'Ιερά Μονή, η όποία έγινε στη συνέχεια γυναικεία. Ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος ξετίμησε τον γέροντα και τον έκανε ιερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, καί το δικό του όνομα.
Κάποτε χτύπησε το πόδι του, πήγε στο νοσοκομείο, όπου του έβαλαν πλατίνα στο γοφό. Πονούσε, όμως, πολύ...
Ο τότε Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός τον πήρε στην Ελβετία να τον δούνε εκεί οι γιατροί. Τον πήγε στο νοσοκομείο. Έκαναν πρώτη επέμβαση, άλλά του έβαλαν 1cm πλατίνα μεγαλύτερη με αποτέλεσμα να γίνει νέο χειρουργείο, για να μειώσουν την πλατίνα. Ενώ ετοιμαζόταν για εξιτήριο, του ζητήθηκαν γενικές εξετάσεις, τις οποίες έκανε. Βρέθηκε στον αριστερό νεφρό πέτρα μεγάλη όσο ένα πορτοκάλι, και έτσι παρέμεινε για νέα εγχείριση.
Διήγηση Γέροντα: " ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο εμφανίστηκε ένας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, στο μπαλκόνι και καθίσαμε, για να μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε και του είπα για τα χειρουργεία και για τον λίθο στο νεφρό. Τότε ο μοναχός μου είπε:
Είμαι ο Άγιος Νεκτάριος και ήρθα να σε ιδώ. Είμαι φιλάσθενος και παρέδωσα την ψυχή μου στο « Αρεταίειο", άντεξα τις συκοφαντίες και την ασθένεια κάνοντας υπομονή. Ο Θεός μου έδωσε χάρη μεγάλη για την υπομονή, που έκανα. Αυτά μού είπε ο Άγιος, με άγγιξε, και έφυγε...
Φεύγοντας ο Άγιος Νεκτάριος μού ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησα σε ένα μικρό λεκανάκι. Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και πέτρα σε μέγεθος πορτοκαλιού. Τότε με μία χαρτοπετσέτα την πήρα και την έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου.Την επόμενη θα γινόταν ή εγχείριση.
Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και μου λέει: Ετοιμάσου για το χειρουργείο. Εγώ του απάντησα ότι δεν χρειάζομαι χειρουργείο. "Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα.
Όταν την είδε, είπε ο γιατρός.
"Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε". Το χειρουργείο δεν έγινε και ή πέτρα παρέμεινε στο γραφείο του Ελβετού γιατρού, για πολλά χρόνια..."
Ό Γέροντας Αμβρόσιος κοιμήθηκε την ίδια μέρα, που κοιμήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος.
Ας έχουμε την ευχή του!
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ...

Από τα 10 εκατομμύρια Έλληνες, μόνο τα 2 εκατομμύρια θα σωθούνε, γιατί ακόμη κρατάνε...
Γιατί, είδες τί μου λες; Δεν αλλάζεις πορεία όπως είσαι, ακόμη κι΄ αν σου κόψουν το κεφάλι. Έτσι είναι καί τα 2 εκατομμύρια των Ελλήνων! Αλλά τα υπόλοιπα 8, πού τα πήρε ό λύκος και τα έπνιξε, που είναι;
Και δεν ξέρεις τί διαφθορά υπάρχει μέσα στην Ελλάδα. Μέχρι αφάνταστου βαθμού, καταστροφή ψυχική και σωματική...

Έχεις δει ποτέ τον Θεό; Να τού το ζητήσεις να Τον δεις. Ακούς;

Όταν ό άνθρωπος δεν αντέχει την πύρωση της σάρκας, πρέπει να παντρεύεται. Και όταν παντρευτεί με νόμιμο τρόπο, τότε μόνο θα είναι κοντά στον Θεό...

Για τους πονηρούς λογισμούς, όταν ήταν ήδη 80 χρονών, έλεγε...
"Κι εγώ, παιδί μου, τους έχω σ' αυτήν εδώ την ηλικία. Αλλά να τους αποδιώχνεις, να μην κάνεις συγκατάθεση. Καμιά φορά σ' ευχαριστούν στη σκέψη σου. Αλλά κι αυτό είναι ένα είδος συγκατάθεσης, μια μικρή αμαρτία. Ό λογισμός, όταν τον δεχτεί ό άνθρωπος, είναι μετά πολύ εύκολο, σαν βρεθεί ή ευκαιρία, να γίνει καί πράξη. Ό πόλεμος δεν σταματά σ' αυτή τη ζωή, γι' αυτό δεν μπορεί ό χριστιανός να λέει ότι «θα κοιμάμαι σήμερα και θα ξυπνώ αύριο», γιατί χάθηκε. Ό διάβολος ούτε κοιμάται ούτε ξυπνά. Γι' αυτό χρειάζεται να ξεκουραζόμαστε, αλλά όχι να αποξεχνιόμαστε...

Προς τούς νέους ιερείς έλεγε...
Προσέξτε τη μοιχεία και την πορνεία. 'Εκεί θέλει να σας ρίξει ό δαίμονας. Αυτός δεν ησυχάζει νύχτα και ήμερα. Μόλις σας ρίξει, θα πει: «Καλά τον έχω τώρα. Δικός μου είναι».
Για να σηκωθείς μετά, θέλει μεγάλο πνευματικό αγώνα. Είναι αδύνατο να δικαιωθεί χωρίς αγώνα, ιδιαίτερα ό Ιερέας. Θέλει νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές. Ό αγώνας ό πνευματικός είναι διαρκής. Δεν σταματάει ούτε λεπτό. Οι λογισμοί για να φύγουν, θέλουν αγώνα. Προσέχετε νά μην πέσετε...

Δεν θα φεύγεις ποτέ απ' την Εκκλησία, αν δεν ακούσεις το "Δι' ευχών", γιατί μέχρι εκείνη την ώρα είναι όλοι οι Άγγελοι, όλοι οι Άγιοι, ό Θεός μέσα στην Εκκλησία. Με το "Δι' ευχών" ανεβαίνουν στον Ουρανό. Θα το ακούσεις, θα πάρεις αντίδωρο, και τότε θα φύγεις...

Πρέπει να έχουν Θεό τα παιδιά, αλλιώς πορεύονται στη ζωή τυφλά, σαν τα άλογα ζώα, και έχουν ανάλογες συνέπειες. Να δίνετε Θεό στα παιδιά. Και να προσέχετε, να μην εφησυχάζετε...

Στον Ουρανό έχουν πάει εκατοντάδες χιλιάδες Χριστιανοί. Αλλά αυτοί πού πήγαν εκεί πέρα ήταν παλικάρια, κράτησαν εδώ και πολέμησαν τον σατανά πρώτα, πολέμησαν τα πάθη. Γιατί έχεις μέσα σου ένα σωρό κατσίκια. Και ύστερα λες: «Είμαι Χριστιανός».
Από πού κι ως πού είσαι Χριστιανός;
Ό Χριστιανός ό καλός, προχωρεί προς την καλοσύνη, την Αγιοσύνη. Αγίασαν, και όσοι πήγαν, αλλά ήσαν άγιοι καί από εδώ. Πώς πήγαν εκεί πέρα; "Η, λέτε, ότι είναι κανένα πορτάκι ανοιχτό και μπαίνουν εκεί μέσα έτσι, χωρίς να περάσεις απ' την πύλη την ωραία, την κεντρική; Είναι λάθος να λες ότι «θα μπω στον Παράδεισο από το πορτάκι». Δεν μπαίνεις! θα δοκιμαστείς εσύ εδώ στη γη με δοκιμασίες, για να φτιάξεις τον εαυτό σου ωραίο...

Βλέπεις τί είμαι; Είμαι ένας γέρος στο κρεβάτι, πού ούτε δουλεύω ούτε μπορώ να προσφέρω τίποτα στο Μοναστήρι. Και όμως, ή Παναγία, ότι επιθυμώ μου το στέλνει. Και λεφτά μου δίνουν, και λάδια φέρνουν στο Μοναστήρι, και ότι θέλουμε. Για να δεις ότι ο Θεός είναι μεγάλος!

Ό Θεός δεν έχει άκρες. Ό Θεός με ένα χάδι διορθώνει τα πάντα.

Εάν σφάλλουμε, ό Άγγελος-φύλακας φεύγει, κάθεται πιο πέρα στενοχωρημένος. Άλλα μ' ένα «συγγνώμη», παιδί μου, όταν είναι από το βάθος της ψυχής μας, επιστρέφει.
Αυτοί πού φεύγουν την εβδομάδα των Παθών πάνε κατευθείαν επάνω.

Είναι ευλογημένος ό άνθρωπος πού πεθαίνει Σάββατο και κηδεύεται Κυριακή. Ό δρόμος για τον Παράδεισο είναι ανοιχτός...

Να προσέχετε, γιατί ό κακός στήνει παγίδες. Μη γελάτε! Είναι δίπλα μας κι εσείς δεν μπορείτε να τον δείτε... Ακούστε τί σας λέω. Μη σταματάτε να προσεύχεσθε!
Βάζει ό διάβολος τον κόσμο να αμαρτήσει, και μετά την αμαρτία τούς φοβίζει και τους κάνει να ντρέπονται να πάνε νά εξομολογηθούν...

Όποιος διαφθείρει τα παιδιά του κόσμου, πρέπει να τον κρεμάνε στην πλατεία Συντάγματος. Σ' αυτή την περίπτωση πρέπει να ισχύει ό Μωσαϊκός νόμος !

Nα κάνεις προσευχή κάθε μέρα και να λες, πέραν των άλλων: «Φύλαξε με, Θεέ μου, από την κακία των ανθρώπων».

Ό Θεός είναι δίπλα μας, θα του μιλήσεις σαν φίλο σου: «Έλα, βοήθησε με».

Όταν προσεύχεσαι, να ξέρεις ότι είσαι μπροστά στον Χριστό και την Παναγία. Να είσαι ταπεινός και να λες: «Έλα, Παναγία μου, να με βοηθήσεις να διορθωθώ».

Ή Παναγία θα σε βοηθήσει, γιατί είναι εδώ και σε ακούει.

Αν εσύ αγαπάς και δεν θέλεις να στενοχωρήσεις τη φυσική σου μάνα, φαντάσου ό Κύριος τη Μάνα Του. Τί είναι ή Παναγία; Ή Μάνα τού Δημιουργού τού κόσμου!
Θα αγαπάς λοιπόν τον Κύριο και την Παναγία. Απ' αυτούς να ζητάς, και θα σε βοηθούν. Ό Κύριος και ή Παναγία είναι εδώ κάτω, στη γη. Όχι στον θρόνο. Και βοηθούν τα παιδιά τους και όλο τον κόσμο. Ή Παναγία έχει το μισό στερέωμα του Ουρανού και την υπηρετούν και διατάζει τους Αγγέλους.

Και ένα φύλλο να σηκώσεις και να εργαστείς για την Παναγία, ό Κύριος σε αμείβει. Είναι δίκαιος ό Κύριος!

Τον Κύριο να ζητάς, όχι τους ανθρώπους. Εδώ είμαστε πάροικοι, κι΄ αλλού είναι ή πατρίδα μας...

Ό Θεός ξέρει τι κάνει με τις αρρώστιες. Αν μας δει και έχουμε κανένα πάθος, μας στέλνει μια αρρώστια για το καλό μας. Για δες τον Απόστολο Παύλο, ούτε ψωμί δεν χόρτασε. Λέμε εμείς τώρα ότι υποφέρουμε. Οι Άγιοι τράβηξαν τόσα! Μα μην παραπονιέστε...

Nα δεις ένα αυτί πού κατεβάζει ό Θεός από τον Ουρανό και ακούει την προσευχή σου, όταν δεν νοιάζεσαι για υλικά, αλλά παρακαλάς για σωτηρία ψυχών!...

Είναι καλύτερα στην εποχή μας να ξέρεις λίγους και να μιλάς σε λίγους.
Ή ζωή μας είναι ένα πέλαγος με μπουνάτσες και φουρτούνες. Πολλές οι θλίψεις και οι πειρασμοί. Μη θέλετε μόνο τη χαρά.
Οι Άγιοι πέρασαν από καμίνι. «Πάς πυρί ολισθήσεται». Ό καθένας θα ψηθεί στη φωτιά, για να μπει στον Παράδεισο. Όταν πάς στον φούρνο, ζητάς ψημένο ψωμί και όχι ζυμάρι. Το ίδιο και στον Παράδεισο ανεβαίνει ό «ψημένος» άνθρωπος...

Τα κομποσκοίνια νά είναι για προσευχή, όχι για φιγούρα, για να τα βλέπει ό κόσμος!

Είμαστε χώμα και πνεύμα. Επειδή είμαστε από χώμα, έχουμε ανάγκη να τρεφόμαστε με χώμα, τα πάντα βγαίνουν από τη γη. Όταν σπάσουμε το φράγμα του σώματος, τότε το πνεύμα δεν έχει ανάγκη από τροφή, ενώ μας τρέφει τη σάρκα ό Κύριος και δεν πεινάμε.

Εμείς οι γονείς φταίμε πού υποφέρουν τα παιδιά μας, γιατί δεν τα μαθαίνουμε να ζουν χριστιανικά κι επειδή οι γονείς δεν ζουν όπως πρέπει χριστιανικά...

Όταν βοηθάς τους γονείς σου (αυτό πρέπει να κάνει κάθε σωστός χριστιανός), και αυτοί δεν το καταλαβαίνουν και σου προκαλούν πόνο, εσύ να συνεχίσεις να τους ευεργετείς. Γιατί δεν ευεργετείς αυτούς, αλλά τον Κύριο.

Ή οικογένεια μας πρέπει να είναι παράδειγμα προς μίμηση. Να φιλοξενείς, όταν έχεις κάποιο άτομο στο σπίτι σου. Ν' αρχίσεις τη φιλοξενία και την ελεημοσύνη.

Πονώ τους παντρεμένους, διότι τις θλίψεις πού περνούν δεν τις περνούν οι μοναχοί. Το καμίνι των θλίψεων των εγγάμων είναι μεγαλύτερο από αυτό των μοναχών.

Σε Ιερέα είπε:
Εκεί κάτω στην Αθήνα πού είσαι, πάτερ, όλο τον κόσμο θα τον ευλογείς και όλο τον κόσμο θα τον σταυρώνεις, δεν θα τον διώχνεις. Μη θέλετε συνέχεια την ησυχία σας. Κάθε στιγμή να περιμένετε πώς κάτι θα συμβεί...
Προς ιερείς:
-- Όταν είστε δίκαιοι, όλοι θα σας σέβονται και θα σας ευλαβούνται, θα έρχονται όλοι να πάρουν τη συμβουλή σας. Να κάνετε πνευματική ζωή. Τα δύο τρίτα της ημέρας για τα πνευματικά, και το ένα τρίτο για το φαγητό και τις άλλες ανάγκες. Γιατί αλλιώς θλίβεται το Άγιο Πνεύμα.
Όταν πάς στην Εκκλησία, θ' ανάβεις κερί και για τον εαυτό σου, δεν θ' ανάβεις μόνο για τους άλλους.

Όσοι είναι μες στον Ουρανό προσεύχονται στον Κύριο, γιατί ή προσευχή είναι πιο δυνατή εκεί και πιο μαζεμένη, όλοι προσεύχονται.

Ν' αποφεύγετε, παιδί μου, την αμαρτία. Όταν πολεμάτε, να κοιτάζετε την εικόνα του Κυρίου και να Του λέτε:
«θέλεις να είμαι θλιμμένος; θέλεις να πορνεύω; θέλεις να θυμώνω;».
Κι Αυτός θα στέλνει τη βοήθειά Του. Να έχετε πίστη Θεού και όλα θα τα νικάτε.

ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ... ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑ !



Κάποτε πού ήταν στην Αιδηψό καί έκανε μπάνια, ξυπνούσε άπό τίς 3 τά χαράματα καί προσευχόταν. Ενα πρωί διηγήθηκε ότι τήν προηγούμενη βραδιά τόν επισκέφθηκαν γνωστοί κεκοιμημενοι, οί όποιοι τού έδωσαν τά ονόματα τους, γιά νά προσευχηθεί.
Ενας άπό αυτούς κάθισε δίπλα του στό κρεβάτι καί ήταν τόσο παγωμένος, πού μετά έκανε 5 ώρες νά συνέλθει άπό τό ψύχος.
" Ήταν, λές καί τόν είχαν βάλει στην κατάψυξη..."
Άπό τότε έλεγε ότι θά προσευχηθεί στον Θεό, γιά νά του δείξει πώς ζουν οί δίκαιοι καί πώς ζουν οί άνθρωποι οί οποίοι πάνε στην Κόλαση, δηλαδή εκείνοι πού σώζονται καί εκείνοι πού βρίσκονται μακριά άπό τή Χάρη του Θεού.
Έπειτα άπό ένα χρόνο δυνατής προσευχής, ό Θεός του έδωσε αυτή τή δυνατότητα. Σε μία άπό τις συναντήσεις μέ πνευματικά του παιδιά στή Μονή Δαδίου (27.7.2002), ρώτησε μετά τή θεία Λειτουργία του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος αν γνωρίζουν τί είναι Κόλαση. Κάποιος τού απάντησε:
-Γέροντα, γνωρίζουμε ότι ή Κόλαση, όπως διηγείται τό Ευαγγέλιο, είναι ό χώρος όπου πηγαίνουν οί άνθρωποι πού δέν αγάπησαν τόν Θεό καί δέν τήρησαν τις εντολές Του. Καί έχουμε αυτή τήν πληροφορία επίσης άπό τους Πατέρες.
-Ναί, άλλα αυτά είναι θεωρητικά, απάντησε. Έγώ θά σας πώ τήν εμπειρία πού είχα, όταν πρίν άπό λίγο καιρό μέ οδήγησε ό Άγγελος μου στις πύλες της Κολάσεως καί είδα έκεί τούς κολασμένους πώς ζουν. Καί εις άπόδειξιν αύτού, σας δείχνω τό σημάδι στό χέρι μου. Αυτό τό σημάδι τό έπαθα, όταν βρέθηκα στίς πύλες της κολάσεως.
Σάν νά έφυγε ή φωτιά άπό τόν πύρινο ποταμό καί μου δημιούργησε ένα μικρό έγκαυμα, γιά νά καταλάβω ότι αυτό τό οποίο μού συμβαίνει δέν είναι ψέματα, ούτε όραμα, ούτε ψευδαίσθηση, άλλα μιά πραγματικότητα, τήν οποία μέ βοήθησε ό Άγιος Άγγελος μου νά τή δεχτώ, νά τήν κατανοήσω καλύτερα, νά τήν πιστέψω περισσότερο, καί νά σας τή διηγηθώ...
Καί τους αφηγήθηκε πώς είδε τους ανθρώπους πού βρίσκονται στην Κόλαση, νά κολυμπούν μέσα σ' έναν πύρινο ποταμό, ενώ τό σημάδι πού απέκτησε, σάν μιά ουλή, ήταν λίγο πιό πάνω άπό τόν καρπό του.
Στή συζήτηση επάνω, είπε καί τά έξης:
- Ό κάθε άνθρωπος άπό εσάς έχει έναν Άγγελο πού τόν συνοδεύει. Αλλά προσέξτε, παιδιά, Άγγελο έχουν μόνο οί βαπτισμένοι. Οί άβάπτιστοι δέν έχουν Άγγελο φύλακα.
Τόν φύλακα Άγγελο τόν παίρνουμε τή μέρα της βαπτίσεώς μας. Άν προσευχηθείς σ' αυτόν, θά σου φανερωθεί. Αλλά έχεις καί δαίμονες δίπλα σου, νά τό ξέρεις. Νά προσέχεις!

ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ

Όσοι πάρουν το χάραγμα ( 666 ), δεν θα βρουν στιγμή ησυχίας!
Πρέπει ν' αποκτήσετε ισχυρή πίστη, μόνοι σας, με υπομονή, με καλοσύνη, με δικαιοσύνη. Να μη χάσουμε την πίστη! Σταθερή πίστη, και ο Θεός θα δώσει βοήθεια. Χωρίς την προσευχή, πάμε χαμένοι. Μη σκέφτεστε για το μέλλον. Είναι όλα στα χέρια του Θεού. Να διαβάζετε Πατερικά κάθε μέρα από λίγο, και ο Θεός θα φωτίζει. Ύστερα θα δυναμώνει ο νους σας.

Πήγα ένα τέταρτο στην κόλαση και νόμιζα ότι ήμουν τρεις ώρες !!!

Να μη λέμε, να πάμε «επάνω», αλλά νά πάμε «ψηλά», γιατί και επάνω καιροφυλακτεί ο πονηρός, να μας γκρεμίσει.
Μόνο όταν μπούμε στον Παράδεισο δεν κινδυνεύουμε.

Επειδή έρχονται πολύ δύσκολες μέρες για την ανθρωπότητα, ο Θεός πήρε ορισμένους ανθρώπους και τους έκανε αξιωματικούς.

Τα πράγματα θα εξελιχθούν πολύ γρήγορα. Ό διάβολος θα κυριαρχήσει. Όσοι τον πλησιάσουν, θα τους τσακίσει, θα τους συντρίψει. Φίλους αυτός δεν έχει...

Βρεθήκαμε στους έσχατους καιρούς εμείς οι ταλαίπωροι, και οι μοναχοί και κοσμικοί, αλλά ο αγώνας είναι αγώνας. Δεν θα σταματήσεις τον αγώνα ούτε δευτερόλεπτο. Αγώνας μέχρι τέλους! Και τότε ο Κύριος, πού στεφανώνει τους ανθρώπους και τους αποκατασταίνει αιώνια, Εκείνος την τελευταία ώρα θα σου χαρίσει όχι πράγματα ψεύτικα και μάταια της ζωής αυτής, αλλά θα σε κάνει άξιο να βασιλεύεις μέσα στη Βασιλεία του Θεού.
Αιώνια! Όχι για 1.000 χρόνια, για 100.000 χρόνια. Αιώνια, σημαίνει δεν θά έχει τέλος!

Άλλη τόση να είναι ή γη, μπορεί ο Θεός να τη θρέψει.
Περί αναστάσεως των σωμάτων μην αμφιβάλλετε.
Να, είμαι 90 χρόνων. Αυτό το σώμα πρέπει να λιώσει στον τάφο, για να βγει καινούριο, άφθαρτο, αιώνιο, χωρίς να αρρωσταίνει, χωρίς να πονά, χωρίς να διψά, χωρίς να ζεσταίνεται, θα είναι όπως τα αγγελικά σώματα. Αρκεί να μην πέσουμε στην αμαρτία. Ό Θεός θέλει να Του πούμε ότι μόνο γι' Αυτόν θα ζούμε. Αν μείνουμε στην αμαρτία, τότε και τα καταχθόνια είναι αιώνια. Δεν αλλάζει από κει ή κατάσταση, ή βάσανος, ή οδύνη, ο πόνος, οι φωτιές...
Εσάς, στη Θεολογική Σχολή, αυτά σας τα λένε μαλακά. Ούτε ο πατήρ Ιάκωβος Τσαλίκης, ούτε ο πατήρ Πορφύριος τα έλεγαν αυστηρά. Έτσι έπρεπε να τα πουν, να τα ακούσει ο κόσμος και να μετανοήσει.
Έρχεται ο διάβολος και με χτυπάει αλύπητα.
Μου λέει: «Μην τούς τα λες τόσο καθαρά. Άσε τους να κοιμούνται. Μην τους αφήνεις να ξυπνούν…».

Οι πεθαμένοι πού είναι σε καλή μεριά δεν μπορούν να επισκέπτονται τους ζωντανούς όποτε θέλουν. Πρέπει να πάρουν άδεια από τον Κύριο...

Ή ευχή «Κύριε, ελέησον» είναι σαν ένα σπαθί πού κόβει στα δύο τον σατανά.

Ή οικογένεια είναι Ιερή. Όποιος εγκαταλείπει την οικογένεια του, τον σύζυγο ή την σύζυγο, τα παιδιά του, τιμωρείται πολύ σκληρά από τον Θεό. Στις μεγάλες εορτές ή οικογένεια πρέπει να είναι όλοι μαζί.

Ή οικογένεια πρέπει να έχει τον ίδιο Πνευματικό.

Είδες ο Μέγας Βασίλειος; Είχε Χάρη από τον Θεό και δεν κοιμόταν καθόλου. Έζησε 49 χρόνια και είδες τι έργο έκανε;
Εγώ όμως είμαι 80 ετών και δεν είμαι ούτε το δαχτυλάκι του. Είμαι ένας ελεεινός μοναχός... Ό Θεός να με ελεήσει, γιατί πάω χαμένος.
Ξυπνώ τα βράδια να μελετώ, όπως έκανε κι αυτός, κατά τον λόγο του, και να εφαρμόσω τον λόγο του μεγάλου Αγίου. Εγώ όμως κοιμάμαι συνέχεια. Ξυπνώ πότε-πότε, κλαίω και λέω: «Κύριε, Ελέησον!». Ξανά κοιμούμαι πάλι.

Οι σημερινοί άνθρωποι δεν έρχονται προς το φως, γιατί είναι πονηρά τα έργα τους, όπως έλεγε και ο Κύριος στο Ευαγγέλιο. Και όταν πηγαίνουν να μιλήσουν με κάποιον και ν' ακούσουν λόγο Θεού, πάλι μπερδεύονται πιο πολύ, επειδή τα έργα τους είναι πονηρά...

Ξέρεις τι είναι το Άγιο Πνεύμα; Είναι εδώ πού μιλάμε, είναι έξω απ' το μυαλό σου, είναι μέσα στο μυαλό σου, είναι γύρω απ' το στόμα σου, είναι παντού. Είδες πόσο κοντά είναι ο Θεός σ' εμάς; Είναι Ζωή, είναι παντού. Οι Πατέρες λένε: «Ό Θεός είναι τόσο κοντά μας, όση ώρα θέλει ο αέρας να βγει από το στόμα μας».

Όταν ζητάτε τη βοήθεια ενός Αγίου και λέτε «Άγιε μου, βοήθα με», ο Άγιος την ίδια στιγμή πού το ζητάτε είναι δίπλα σας.
Δεν σας αφήνει να το καταλάβετε, γιατί θα ερχόσασταν σε έπαρση και μπορεί να του ζητάγατε και χαζά πράγματα. Σας προσφέρει τη βοήθεια όχι άμεσα, αλλά απαλά, σιγά, όπως ο Θεός πλησιάζει τον άνθρωπο, ώστε να μην ανέβει ο εγωισμός σας.
Θα δείτε, μέρα με τη μέρα, ότι αυτό πού ζητήσατε λύνεται και έρχεται, αν είναι για το όφελος της ψυχής σας…

Το «Πιστεύω» να το λέτε απαραιτήτως πρωί και βράδυ. Διότι έτσι ομολογούμε την πίστη μας και, ότι κι αν μας συμβεί κατά τη διάρκεια της μέρας ή της νύχτας, θα έχουμε ομολογήσει τον Κύριο.

Το "Πάτερ ημών" να το λέτε αργά, για να το καταλαβαίνετε.

Το Απόδειπνο είναι ομπρέλα προστασίας.
Να κάνετε το Απόδειπνο και τους Χαιρετισμούς.

Και είναι μεγάλη ευλογία να κάνετε το πρωί τον Όρθρο. Ή καρδιά σας να βαδίζει σύμφωνα με αυτά πού λέτε.

Όταν ο ιερέας λέει "Πρόσχωμεν τα Άγια τοις Άγίοις", είναι ή μεγαλύτερη και φοβερότερη στιγμή, γιατί τότε είναι ανοιχτοί οι Ουρανοί και για ότι παρακαλέσουμε τον Θεό, εισακουόμαστε.

Να προσεύχεσθε συνέχεια, να συνηθίζει ο νους. Και αν ακόμα συγχύζεστε, εσείς να λέτε την ευχή. Τι πιο εύκολο πράγμα; Την λες πάντοτε, εκεί πού βαδίζεις, στο λεωφορείο, παντού. Έστω και μηχανικά. Τη συνηθίζει έπειτα ο νους και προχωράς. Στην αρχή ο νους θα είναι στο Λονδίνο, αλλά υστέρα μαζεύεται. Αρκεί να μη σταματάς να τη λες.
Πώς θες να σε συγχωρήσει ο Κύριος, ενώ μέσα σου βράζει το καντήλι της μνησικακίας; Τι νομίζεις, πώς ο Κύριος δεν βλέπει τι έχεις μέσα στην ψυχή σου;

Θαυμαστά γεγονότα...
1) Κάποια φορά, ένας νέος Ιερέας πού πολύ ευλαβείτο τον Γέροντα Αμβρόσιο, όπως και τη Γερόντισσα Παρθενία, τον πήρε και επισκέφθηκαν το Μοναστήρι του Όσιου Λουκά στο Στείριο Βοιωτίας. Αφού ευχαριστήθηκαν στο προσκύνημα, ξεκίνησαν χαρούμενοι να επιστρέψουν στο Μοναστήρι του Δαδιού, ανεβαίνοντας πάλι στο βουνό ψηλά, με την προοπτική να κατεβούν στη Δαύλεια.

Στα ενδιάμεσα της διαδρομής, τούς σταμάτησε ένας γέροντας πολύ καλά ντυμένος και σεβάσμιος:

--Με συγχωρείτε πάρα πολύ, μπορείτε να με πάρετε ως τη Δαύλεια; τους ρώτησε,
--Γέροντα, τί λέτε, να τον πάρω; ρώτησε σιγά ό ιερέας τον Γέροντα.
--Μα, βέβαια, συμφώνησε αυτός.

Μπήκε μέσα ό άνθρωπος, κάθισε σεμνά στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησαν. Στο μισό περίπου της διαδρομής, πριν φτάσουν μέχρι κάτω, ρώτησε ό Γέροντας τον ξένο:

--Δεν μου λες, γεροντάκι, έχεις ανέβει ποτέ εσύ στα βουνά εδώ πάνω;

--Πώς, βεβαίως, τα έχω επισκεφθεί, του απάντησε ό άλλος.

Όταν έφτασαν στο σημείο πού τους ζήτησε, ό ξένος άνοιξε την πόρτα, γύρισε και τους είπε:

--Να είναι ευλογημένη ή ώρα του ταξιδιού σας! Κι έφυγε.

Λίγο πιο κάτω, στράφηκε παραξενεμένος ό νέος ιερέας και είπε:

--Γέροντα, να σε ρωτήσω κάτι;
Αλλά εκείνος τον κοιτούσε.
--Δεν κατάλαβες τίποτα;

--Τί να καταλάβω, Γέροντα; Το μόνο πού μπορώ να σου πω είναι ότι ή μάνα μου, όταν έφευγα από το νησί για να σπουδάσω, πέταγε νερό στην έξοδο μου και έλεγε: «Καλό ταξίδι! Ή Παναγιά μαζί σου!» και άλλες ευχές. Άλλα αυτή τη ρήση, «Ευλογημένη ή ώρα του ταξιδιού σας», μόνο από πνευματικό μπορείς να την ακούσεις. Δεν το έχω ξανακούσει, και αυτό με παραξένεψε.

--Ά, βρε, δεν εννοούσε μόνο το ταξίδι πού θα πάμε, αλλά όλη τη διαδρομή, όλη μέρα, όλο το ταξίδι θα είναι ευλογημένο, όπου και να πάμε.
--Γέροντα, ναι, αλλά ποιός μπορεί να δώσει μια τέτοια ευχή; και μη μου πεις τί υποψιάζομαι...

--Ναι, παιδί μου, ό Άγιος Λουκάς είναι, πού πήρε τη μορφή αυτή, για να μην τρομάξεις. Ευχαριστήθηκε με την επίσκεψη μας και ήρθε να μας το δείξει εδώ.
Αλλά όταν έφτασαν στο Μοναστήρι, τον Ιερέα τον περίμενε μία ακόμη έκπληξη. Μόλις τον είδε ή Γερόντισσα Παρθενία, τον ρώτησε μ' εκείνη την παράξενη φωνή πού απέκτησε μετά την ασθένεια της:

--Τί έπαθες, μωρέ; Είδες τίποτα; Μήπως είδες τον Άγιο Λουκά και σε συνόδευσε;

2) Κάποτε η πόρτα στο κελάρι του Μοναστηρίου δεν άνοιγε. Το μεγάλο κλειδί δεν γύριζε στην κλειδαριά, κι έτσι οι μοναχές δεν μπορούσαν να μπούν μέσα για ένα απόγευμα. Την άλλη μέρα το πρωί, ένα πνευματικό παιδί τού Γέροντα ξαναπροσπάθησε, αλλά πάλι δίχως αποτέλεσμα. Οπότε πήρε το κλειδί, ανέβηκε στο κελί του και ζήτησε να το σταυρώσει. Εκείνος το πήρε στα χέρια του με φυσικότητα, προσευχήθηκε για λίγο σιωπηλά, το σταύρωσε και το έδωσε πίσω.
-- Πήγαινε ν' ανοίξεις! είπε με βεβαιότητα. Ό άνθρωπος έβαλε μετάνοια εκ νέου και κατέβηκε. Με το πού γύρισε το κλειδί, ή κλειδαριά άνοιξε αμέσως. Ωστόσο, όταν λίγο μετά την άλλαξαν και έβαλαν καινούρια, διαπίστωσαν πώς όλα ήταν σπασμένα μέσα της και λογικά δεν μπορούσε να λειτουργεί...

3) Ό Γέροντας είχε ακόμα το χάρισμα να βρίσκει νερό στο έδαφος, και μάλιστα να γνωρίζει το βάθος στο όποιο είναι και την ποιότητα του! Έκανε έναν μορφασμό με τα χείλη και τη γλώσσα σαν να το γευόταν και σου έλεγε τη γεύση του!
Είχε πει, πώς τού είχε μεταδώσει αυτή την ικανότητα ο Γέροντας Πορφύριος ακουμπώντας τον στον ώμο. Κι αυτό το πετύχαινε, είτε περπατώντας σ' ένα συγκεκριμένο μέρος και απλώνοντας προς το έδαφος το χέρι του, πού έτρεμε ολόκληρο ανεξέλεγκτα και με μεγάλη δύναμη λες και είχε εξαρθρωθεί, είτε τοποθετώντας την παλάμη του πάνω σ' ένα χάρτη, ή και σ' ένα πρόχειρο σχεδιάγραμμα.

Επίσης, μπορούσε να βρίσκει σε ποιο μέρος είχε πολλά ψάρια. Έτσι, όταν μερικοί από τη Θεσσαλονίκη τού πήγαν κάποτε ένα χάρτη, πέρασε από πάνω το χέρι του και στα σημεία οπού τρεμόπαιζε τούς αποκάλυψε ότι ήταν ψαρότοποι !
Οι άνθρωποι διαπίστωσαν αργότερα ότι όλες οι περιοχές πού έδειξε ήταν γεμάτες, αλλά και προστατευόμενες από την Ελληνική πολιτεία, οπότε απαγορεύεται το ψάρεμα. Τους φανέρωσε όχι μόνο για την περιοχή της Θεσσαλονίκης, αλλά και για όλα τα νησιά του Αιγαίου!

Ακόμη, είχε και το χάρισμα να βρίσκει τις ασθένειες κάποιου, όταν ήταν δίπλα του, αφού μόλις περνούσε ψηλά από το σώμα του ανθρώπου σαν μαγνητική τομογραφία το χέρι του, αυτό σταματούσε εκεί πού ο άλλος έπασχε, ενώ συγχρόνως παλλόταν ανάλογα με την ασθένεια και τη σοβαρότητα της, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση.

4) Ένα πνευματικό του παιδί από την Αμφίκλεια, θέλησε κάποτε ν' αλλάξει το αυτοκίνητο πού είχε, ένα Nissan παλαιάς τεχνολογίας, και να πάρει ένα καινούριο…
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και αποφάσισε να πάει στη Λαμία μαζί με την οικογένεια του, να κάνουν και τα ψώνια τους. Σκέφτηκε όμως πρώτα ν' ανεβεί στο Μοναστήρι, να πάρει την ευχή του Γέροντα, και μετά να κάνουν το ταξίδι ( 65 χιλιόμετρα είναι το Δαδί από τη Λαμία). Τότε άκουσε τον Γέροντα να του λέει:

-- Τι να σε κάνω; Πρέπει να θυμάσαι αυτή τη μέρα…

Ό άνθρωπος δεν κατάλαβε. Έβαλε την οικογένεια του στο αυτοκίνητο, πήγαν στη Λαμία, παράγγειλαν το καινούριο όχημα, ψώνισαν και επέστρεψαν. Άλλα τότε, όταν προσπάθησε να παρκάρει στη συνηθισμένη του θέση στο σπίτι, διαπίστωσε έκπληκτος πώς ο ιμάντας του αυτοκινήτου ήταν κομμένος και πεταμένος στο έδαφος.
Δηλαδή, είχε κάνει τη διαδρομή των 65 χιλιομέτρων χωρίς αυτόν. Τούτος, ο εξωτερικός ιμάντας (κίνησης δυναμό και αντλίας νερού) εάν κοπεί, τότε δεν γυρίζει ούτε ή αντλία ούτε το δυναμό, με αποτέλεσμα να σηκώνει θερμοκρασία, αφού δεν γυρίζει ή αντλία νερού, και να μην έχει ενέργεια ή μπαταρία. Όποτε πήγε σ' ένα γνωστό του μηχανικό αυτοκινήτων και ανέφερε το γεγονός. Ό μηχανικός τού μίλησε «συνωμοτικά»:

--Μην το πεις σε άλλους αυτό, γιατί θα σε κοροϊδέψουν. Αυτό δεν γίνεται ούτε με θαύμα.

Παρ' όλα αυτά, εκείνος ρώτησε ακόμη δύο ειδικούς στα αυτοκίνητα. Και εκείνοι, όταν άκουσαν το περιστατικό, δεν το πίστεψαν. Αυτός όμως, και ή οικογένεια του πού έζησε το θαυμαστό περιστατικό γνώριζαν την αλήθεια...

5) Τον χειμώνα του 1996 επισκέφθηκαν τον Γέροντα στην Αθήνα μια μητέρα με την 3χρονη κόρη της. Ό παππούς πήρε το κορίτσι στην αγκαλιά του και άρχισε να του λέει αργά και καθαρά το «Θεοτόκε Παρθένε».
Μόλις τελείωσε, ζήτησε να το πουν μαζί. Το παιδί, κοιτώντας τον στα μάτια, άρχισε να το επαναλαμβάνει μετά από κάθε φράση του. Όταν τελείωσαν, της ζήτησε να το πει μόνη της. Και ή μικρή, πού καλά-καλά δεν μιλούσε, το απήγγειλε όλο δυνατά και καθαρά χωρίς διακοπή.

6) Υπάρχουν μαρτυρίες ανθρώπων, πού βεβαιώνουν ότι ο Γέροντας μπορούσε να παρίσταται σωματικά σε δύο μέρη συγχρόνως, ή ότι μπορούσε να μετακινείται στον χώρο δίχως να επηρεάζεται από τα καιρικά φαινόμενα, όπως να πηγαίνει από ένα μέρος σε άλλο με βροχή και απροστάτευτος, αλλά να φθάνει στον προορισμό του εντελώς στεγνός.

Στο μετόχι της Αθήνας ήταν μια μέρα ο Γέροντας, ή Γερόντισσα Παρθενία, ή αδελφή Γαλήνη ( νυν Γερόντισσα ), και άλλοι τέσσερις λαϊκοί, τρεις γυναίκες και ένας άνδρας.
Οι οικοδεσπότες, που ήταν πάντοτε πολύ φιλόξενοι, προσκάλεσαν επιμόνως τους επισκέπτες να φάνε. Είχαν λίγο κοτόπουλο και χόρτα, τα όποια όμως δεν έφταναν παρά για δύο, το πολύ τρία άτομα. Έστρωσαν το τραπέζι.

-- Ευλόγησον, Γέροντα, είπε ή Γερόντισσα Παρθενία.

Εκείνος ευλόγησε κι έπειτα ή μοναχή μοίρασε το φαγητό. Ήταν πεντανόστιμο. Όλοι έφαγαν και όλοι χόρτασαν.

Ένα παρόμοιο με το προηγούμενο συμβάν έγινε πιο παλιά, γύρω στο1970-71. Ήταν Πάσχα και στο Μοναστήρι υπήρχε πολύς κόσμος. Για φαγητό είχαν μόνο ένα αρνί και πατάτες. Αλλά οι υπηρέτες της Μονής και των ανθρώπων δεν ανησυχούσαν. Ό Γέροντας Αμβρόσιος ευλόγη¬σε την τράπεζα, έτσι το φαγητό έφτασε για όλους και περίσσεψε.

7) Όταν τον Οκτώβριο του 1999 είχαν φέρει την εικόνα της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης, μία γυναίκα προσπάθησε δύο φορές να πάει να την προσκυνήσει, όμως στάθηκε αδύνατον. Ό κόσμος ήταν πολύς και θα χρειαζόταν ώρες να το καταφέρει. Λόγω σωματικής αδυναμίας, δεν το μπόρεσε. Τηλεφώνησε στον Γέροντα και εκείνος την προέτρεψε να μη χάσει την ευκαιρία:

-- Να ξαναπάς, παιδί μου. Να, μία ώρα θα χρειαστείς να περιμένεις στη σειρά. Να πας τώρα. Είναι μεγάλη ευλογία.

Εκείνη, από υπακοή, το ξαναπροσπάθησε. Διαπίστωσε πώς ο κόσμος ήταν εξίσου πολύς, σχηματίζοντας ουρά χιλιομέτρων. Και πήγε, και περίμενε, και σε μία ώρα ακριβώς βρισκόταν μπροστά στην Εικόνα, αλλά και στο Τίμιο Ξύλο πού είχε βγει απ' την Ί. Μ. Βατοπεδίου. Προσκύνησε με μεγάλη ευλάβεια, όμως δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει πώς έγινε και ο χρόνος μειώθηκε τόσο μπροστά στη μεγάλη επιθυμία της.

8) Μια Κυριακή του Θωμά (πιθανόν το 1998), με έκπληξη ή αδελφή Νεκταρία διαπίστωσε πώς το ακάνθινο στεφάνι πού είχαν τοποθετήσει στο κεφάλι του Κυρίου είχε ανθίσει. Ήταν ξεραμένο και το είχαν ήδη χρησιμοποιήσει τις δύο προηγούμενες χρονιές. Τώρα είχε βγάλει μικρά κόκκινα και πράσινα ανθάκια. Πήγε στη Γερόντισσα Παρθενία.

-- Γερόντισσα, επάνω στον Εσταυρωμένο υπάρχουν λουλουδάκια, την πληροφόρησε.

Το είδε και ο Γέροντας. Όμως, επειδή δεν του άρεσε η κοσμοσυρροή στο Μοναστήρι και ή προσέγγιση του Θείου μόνο από τα θαυμαστά και τα υπερφυσικά, είπε στις αδελφές:

-- Δείτε το, πιστέψτε το, είναι θαύμα, αλλά μην το πείτε. Δεν θέλω να έρχονται στο Μοναστήρι γι' αυτό. Να το κρατήσουμε για εμάς. Το στεφάνι έμεινε ανθισμένο για 20 μέρες περίπου.

9) Μια φορά, ο Γέροντας βρισκόταν με άλλους σ' ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο και πήγαιναν προς την περιοχή του Διονύσου. Ανέβαιναν για προσκύνημα σε κάποιο Μοναστήρι, όταν σε μια στροφή κατέβαινε με Ιλιγγιώδη ταχύτητα από την αντίθετη πλευρά ένα αυτοκίνητο, το όποιο κατευθυνόταν επάνω τους.
Ό Γέροντας μόλις πού πρόλαβε να πει «Πανάγια, βοήθα μας!» και κάτι σαν τεράστιο χέρι τους σήκωσε όλους μαζί με το αυτοκίνητο και τους έβαλε πάλι στην άσφαλτο, σώζοντας τους από βέβαιο τρακάρισμα, από το όποιο κανείς δεν ξέρει ποιός θα ζούσε και πώς.
10) Τον Μάιο του 2005 ένα ζευγάρι πού πολύ αγαπούσε τον Γέροντα πήγαιναν προς το Μοναστήρι. Ή γυναίκα του έφερνε από τα Ιεροσόλυμα ένα σταυρό, τον όποιο της είχαν δώσει Άγιοταφίτες. Ό σύζυγος της όμως οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα και στην Εθνική Οδό, στο Ύψος της Θήβας, κινδύνεψαν σοβαρότατα.
Το αυτοκίνητο τους βρισκόταν ανάμεσα σε δύο νταλίκες, όταν ο άνδρας ήταν έτοιμος να προσπεράσει. Άλλα εκείνη την ώρα ανασηκώθηκε το καπό, ακούστηκε ένας θόρυβος σαν έκρηξη, ράγισε το παρμπρίζ και βούλιαξε ο ουρανός του αυτοκινήτου.
Ξαφνικά, δεν έβλεπε μπροστά του σχεδόν τίποτα. Ή γυναίκα κραύγασε «Παναγία μου!» και, χωρίς να το καταλάβουν, βρέθηκαν δεξιά. Πίσω τους ακριβώς είδαν ένα όχημα Οδικής Βοήθειας, λες και τους περίμενε. Στην καφετέρια πού ήταν κοντά, οι άνθρωποι με τους οποίους μίλησαν τούς είπαν πώς «είχαν άγιο».
Τηλεφώνησαν στο Μοναστήρι, για να πουν το γεγονός και να μην τους περιμένουν γρήγορα. Άκουσαν τότε τη μοναχή να τους λέει:
-- Ά, γι' αυτό ο Γέροντας ήταν ανήσυχος και έλεγε: «Τρέξε, Κύριε!Τρέξε, Κύριε!».
Όταν έφτιαξαν το αμάξι, πήγαν στο Μοναστήρι και διηγήθηκαν με λεπτομέρειες όσα πέρασαν. Ό Γέροντας είπε:
-- Πρόσεξε Τι θα σου πω. Όταν ξεκινάς να πηγαίνεις κάπου, θα σταυρώνεις το τιμόνι 3 φορές και θα λες: «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Δεν θα παθαίνετε τίποτα. Άκου τώρα τι έγινε.
Την ώρα πού συνέβη αυτό, εγώ το είδα. Και είδα την Υπεραγία Θεοτόκο να φεύγει απ' το Μοναστήρι, να πιάνει το τιμόνι και αυτός να σκάει. Δεν την είδες εσύ την Υπεραγία Θεοτόκο;
11) Ζούσε ακόμη ή Γερόντισσα Παρθενία, όταν ρώτησε κάποιος τον Γέροντα σχετικά με τον φοβερό πόνο πού είχε στο μάτι:
-- Γέροντα, Τι να κάνουμε με το μάτι σου;
-- Παιδί μου, του απάντησε εκείνος, ξέχασε το. Δεν θα φύγει αυτός ο πόνος και οι γιατροί δεν πρόκειται να βρουν ποτέ Τι έχω.
-- Γιατί, παππούλη;
-- Γιατί παρακάλεσα εγώ τον Κύριο να μου δώσει αυτόν τον πόνο.Του είπα: «Κύριε, εσύ τόσα έκανες για μένα. Δώσε μου έναν πόνο ανυπόφορο, να υποφέρω κι εγώ για Σένα, για χάρη Σου».
Και μου είπε ο Κύριος: «θα τον αντέξεις αυτόν τον πόνο πού θα σου δώσω;».
Του είπα: «Εάν με βοηθήσεις, για την αγάπη Σου θα τον αντέξω». Και από εκείνη τη στιγμή μου ήρθε ο πόνος αυτός..

12) Λίγο μετά την κοίμηση του αγαπημένου φίλου του, του μακαριστού Επισκόπου Σισανίου και Σιατίστης Αντωνίου, μία γυναίκα πού τους αγαπούσε πολύ και τους ευλαβείτο, ανέβηκε στη Μονή Δαδιού. Ήταν έγκυος στον 5ο μήνα και ήθελε τη συμβουλή του σχετικά με μια θεραπεία πού της είχε συστήσει ο γιατρός. Ό Γέροντας ήταν άρρωστος και κλινήρης. Της είπε:
-- Εγώ θα φύγω για το νοσοκομείο σήμερα. Εσύ θα μείνεις έως το βράδυ, για να διαβάσεις.
-- Καλά, Γέροντα, απάντησε αυτή, χωρίς να καταλαβαίνει,
Και κατέβηκε στην κουζίνα, για ν' ασχοληθεί με κάτι. Πέρασε αρκετή ώρα. Ξαφνικά, τον αισθάνθηκε ολοζώντανο δίπλα της να της λέει:
- Ανέβα επάνω, να με χαιρετίσεις. Φεύγω.
Ή γυναίκα δεν έδωσε σημασία, γιατί νόμισε ότι είναι πειρασμικό, και συνέχισε να καθαρίζει χόρτα. Όμως σε λίγο τον άκουσε ξανά:
- Παιδί μου, δεν ακούς; Ανέβα να με χαιρετίσεις.
Εκείνη έκανε πάλι να μη δώσει σημασία, όμως την τρίτη φορά ή φωνή του στ' αυτιά της ήταν επιτακτική:
- Ανέβα επάνω τώρα!
Τότε έσπευσε να τον συναντήσει. Είχε έρθει το ασθενοφόρο, τον είχαν βάλει στο φορείο και μόλις τον έβγαζαν από το κελί. Καθώς την είδε, την τράβηξε από το χέρι και τη ρώτησε:
-- Τι θέλεις;
- Τίποτα, Γέροντα.
- Τι θέλεις; επανέλαβε γνωρίζοντας τον λόγο πού ήθελε πολύ να τον δει. Τα πνευματικά του παιδιά τα πρόσεχε και τα φρόντιζε, αλλά ήθελε και να τού λένε το αίτημά τους...
- Ξέρεις, μου είπε ο γιατρός να κάνω μια συγκεκριμένη θεραπεία,αλλά εγώ φοβάμαι, απάντησε τότε αύτη.
- Θα κάνεις ότι σου είπε ο γιατρός, της είπε και φεύγοντας την ευλόγησε.
Πράγματι, έτσι έγινε. Ή γυναίκα ακολούθησε τη θεραπεία του γιατρού, αυτή ήταν επιτυχημένη, και τώρα χαίρεται στην αγκαλιά της τον μικρό της γιο.
13) Ένας νέος άντρας έζησε την ακόλουθη συγκλονιστική εμπειρία:
Ό Γέροντας ήταν βαριά άρρωστος, κοιμόταν και δεν υπήρχε ή δυνατότητα να τον δει, γιατί ήταν πολύ κουρασμένος, με αποτέλεσμα να μην τον ακούσει. Αυτός όμως, όπως είπε, είχε την «ανθρώπινη και εγωιστική ανάγκη» να πάρει την ευλογία του. Βγήκε λοιπόν από το Μοναστήρι, πήγε από την πλευρά του δρόμου πού ήταν το παράθυρο του κελιού του κλειστό, και άρχισε να προσεύχεται μες στο κρύο...
Ξαφνικά, άρχισαν να βγαίνουν ζεστές φωτεινές σφαίρες στο μέγεθος μπάλας του τένις από το παράθυρο του κελιού του, οι όποιες τον γέμιζαν ενέργεια και ζεστασιά. Ένα πούλμαν με προσκυνητές, σταματημένο πιο πάνω, έμειναν άναυδοι κοιτώντας το ανεξήγητο αυτό γεγονός. Μόλις συνήλθε από την εμπειρία και τους είδε, έφυγε συγκλονισμένος γρήγορα και διακριτικά, για να μην πάρει διαστάσεις το θέμα. "Όλο αυτό κράτησε περίπου δύο λεπτά...

14) Τον επισκέφθηκε ένας ιερέας και μία γυναίκα, την οποία ο Γέροντας είχε πολύ βοηθήσει. Μπήκαν στον θάλαμο, αλλά δεν του μίλησαν. Ή γυναίκα του άφησε μία μικρή εικόνα της Αγίας Παρασκευής πού είχε πάρει μαζί της και ξεκίνησαν να φύγουν αμέσως. Όμως πρόλαβαν να δουν τον Γέροντα, ο όποιος υποτίθεται ότι δεν είχε καμιά επαφή με το περιβάλλον, να σηκώνει το χέρι του και να τους ευλογεί. Βρισκόταν τότε στο νοσοκομείο της Λαμίας και ήταν σε καταστολή.
15) Στα θαυμαστά γεγονότα, τέλος, θα πρέπει να αναφέρουμε το γεγονός ότι ο Γέροντας ευωδίαζε. Οι μαρτυρίες γι' αυτό είναι πολλές. Το βεβαιώνουν οι μοναχές της Μονής, οι όποιες τον ζούσαν στις διάφορες στιγμές του. Αυτό μπορούσε να συμβαίνει ξαφνικά, ακόμη και όταν ήταν νηστικός επί μέρες, είτε στο Μοναστήρι είτε στο νοσοκομείο. Το στόμα του, το σώμα του, και ο χώρος γύρω ευωδίαζαν...
Αλλά και με άλλους είχε συμβεί κατ' επανάληψιν. Το ένιωθε ή γυναίκα πού έραβε τα ράσα του, μόλις τον πλησίαζε να του πάρει μέτρα. Το ένιωσε μια άγνωστη πού τον συνάντησε στον δρόμο κάτω από το μετόχι στην Αθήνα και πήγε να πάρει την ευχή του.
Το ένιωθαν πνευματικά παιδιά του πού τον βοηθούσαν ν' αλλάξει τη μουσκεμένη από τον Ιδρώτα φανέλα του, όταν βρισκόταν στα διάφορα νοσοκομεία, όπως όταν ήταν άρρωστος με ειλεό και τον θεράπευσε ο Άγιος Νεκτάριος. Αλλά και όταν κοιμήθηκε, επί όση ώρα ήταν ανοιχτό το στόμα του διαχεόταν από αυτό ευωδιά έντονη, ενώ, τέλος, κάποια από τα προσωπικά του αντικείμενα συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να ευωδιάζουν το ίδιο έντονα.
Εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε δύο περιστατικά πού συνέβησαν στο νοσοκομείο της Λαμίας, σε κάποια από τις τελευταίες νοσηλείες του εκεί. Το ένα άφορα μία καθαρίστρια, ή οποία έμπαινε κάθε τόσο μέσα στον θάλαμο με τη σκούπα και τη σφουγγαρίστρα. Κάποια στιγμή, αφού το έκανε και για δεύτερη μέρα, τη ρώτησε το πνευματικό παιδί πού διακονούσε τον Γέροντα αν θέλει κάτι.
-Συγγνώμη πού σας ενοχλώ, απάντησε εκείνη, αλλά έρχομαι εδώ για να αναπνεύσω. Τι μυρωδιά είναι αυτή πού έχει το δωμάτιο; Δεν την έχει κανένα άλλο. Έμπαινε μέσα, γιατί μοσχομύριζε ο θάλαμος.
Και το δεύτερο περιστατικό ήταν, όταν το ίδιο πνευματικό παιδί πού τον φρόντιζε τη νύχτα φώναξε κάποια στιγμή ένα νοσοκόμο να βοηθήσει ν' αλλάξουν τον Γέροντα, ο όποιος ήταν ιδρωμένος. Μόλις έβγαλαν τη φανέλα, του την έδωσε να μυρίσει. Ευωδίαζε.
- Τι κολόνια έχεις βάλει; ρώτησε ο άνθρωπος πού δεν ήξερε.
Του είπε να σκύψει και να μυρίσει τον κατάκοιτο Πατέρα Αμβρόσιο.
- Θέλω κι εγώ ν' αγαπήσω τον Θεό και τον ψάχνω, αλλά δεν ξέρω πώς να τον βρω, είπε συγκινημένος ο νοσηλευτής. Και άρχισε να πηγαίνει κοντά του τα βράδια. Έπειτα, πολύ σύντομα, το αποφάσισε. Άρχισε να εξομολογείται και να κοινωνά, καί όταν μάλιστα έφτασε ή ώρα, παρευρέθηκε και στην κηδεία του Γέροντα.
Το διορατικό του χάρισμα...

Το διορατικό χάρισμα είναι ή δυνατότητα πού δίνει ο Θεός σε ορισμένους ανθρώπους είτε να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο των άλλων, είτε να βλέπουν σε απόσταση αντικείμενα ή γεγονότα, να βλέπουν τι γίνεται πίσω από τον τοίχο, ή πίσω άπ' το βουνό...
Κι΄ αυτό, όχι μόνο επί γης σε οποιαδήποτε απόσταση και στην πιο μακρινή, αλλά και σε άλλον πλανήτη !
Τα περιστατικά πού ακολουθούν φανερώνουν ότι ο Θεός είχε δώσει αυτό το χάρισμα στον Γέροντα Αμβρόσιο.
1) Μια μέρα, ξεκίνησαν για το Μοναστήρι από την Αθήνα δύο γυναίκες. Ή μία γνώριζε τον Γέροντα. Ή άλλη τον επισκεπτόταν για πρώτη φορά Και είχε στο πορτοφόλι τις φωτογραφίες των δύο αγοριών της. Είχε τη μεγάλη επιθυμία να τις ευλογήσει ο Γέροντας. Μόλις μπήκαν στο κελί του, μετά τον χαιρετισμό γύρισε και της είπε, χωρίς άλλη κουβέντα:
- Δώσε μου, να σου σταυρώσω τα κλαδάκια σου ! ( τά παιδάκια σου )...
2) Μια Κυριακή, ο Γέροντας ήταν στο Μοναστήρι και λειτουργούσε. Από το μέρος αυτό έβλεπε τη χειροτονία σε διάκονο ενός πνευματικού του παιδιού στην Κρήτη. Και την ώρα πού τελείωνε ή χειροτονία και φώναξε ο Επίσκοπος «Άξιος!», βγήκε καί ο Γέροντας από το Ιερό, στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη Και είπε δυνατά:
- Άξιος! Άξιος! Άξιος! Οι άνθρωποι στο εκκλησίασμα ξαφνιάστηκαν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά εκείνος μετά τους καθησύχασε:
Αυτή την ώρα χειροτονείται ένα δικό μου παιδί και φώναξα κι εγώ, ήταν τα λόγια του.
3) Ένας άνδρας από τη Ρόδο συνήθιζε να γονατίζει από σεβασμό, όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Γέροντα. Αλλά μια μέρα πού τον είχε πάρει τηλέφωνο γιά να ζητήσει ευχή για τον ίδιο και για το παιδί του, τον άκουσε να ρωτά:
- Δεν μου λες, ποιός είναι πίσω σου, στο δεξιό μέρος; Ό άνθρωπος κοίταξε, αλλά δεν είδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ε; Δεν είναι ο Κύριος;
Ό άλλος τότε πρόσεξε. Υπήρχε όντως στον τοίχο μία εικόνα του Κυρίου Εσταυρωμένου.
- Ναι, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ε, άπ' Αυτόν να ζητάς την ευχή και την προστασία, και σ' Αυτόν να γονατίζεις και να προσεύχεσαι, του απάντησε από το Δαδί εκείνος, χωρίς ποτέ του νά έχει ιδεί πως είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό του σπιτιού του.

4) Κάποτε επισκέφτηκε το Μοναστήρι μια συντροφιά από τη Χαλκίδα. Μεταξύ αυτών ήταν και μία γυναίκα, ή οποία πολύ ευλαβείτο τον Γέροντα. Κάποια στιγμή μπήκαν στο κελί του, περιγελώντας και αμφισβητώντας τον, ο άνδρας της κι ένας φίλος του. Ή γυναίκα περίμενε άπ' έξω με μεγάλη ανυπομονησία. Όπως μπήκαν, έτσι και βγήκαν. Γελούσαν και ειρωνεύονταν...
Αυτή απόρησε και μπήκε μέσα, να δεί τί είχε συμβεί. Ό Γέροντας τής είπε:
- Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Ήρθαν χωρίς διάθεση. Κούτσουρα ήρθαν και κούτσουρα έφυγαν...
5) Μια μέρα τον επισκέφθηκαν τέσσερις νέοι, τρεις Έλληνες Και ένας κατά το ήμισυ Έλληνας Και κατά το άλλο ήμισυ Γάλλος. Μπήκε πρώτος στο κελί του ο ένας Έλληνας, στον όποιο ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη.
- Γέροντα, ευλογείτε. Έχω έλθει με κάποιους φίλους μου. Να περάσουν;
- Όχι, να φέρεις τον Στέφανο πρώτα.
-Ποιόν Στέφανο; είπε ο άνθρωπος απορώντας και βγήκε να βεβαιωθεί. Επέστρεψε σε λίγο.
Δεν υπάρχει Στέφανος, Γέροντα.
Βρε, φέρε τον Στέφανο μέσα, έκανε χαμογελώντας ο παππούς...
Και μπήκε τελικά ο Έτιέν (έτσι λέγεται ο Στέφανος στα Γαλλικά), έμεινε για ώρα μόνος του με τον Γέροντα και βγήκε έπειτα κλαίγοντας.
- Μου ανέλυσε όλη μου τη ζωή, από τότε πού γεννήθηκα μέχρι τώρα, πρόλαβε να πει ο άνθρωπος κι απομακρύνθηκε να μείνει μόνος με τις αποκαλύψεις πού του είχαν γίνει...
6) Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοα-καρνανίας Και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευτες στερήσεις και δυσκολίες, όμως με μια μοναδική αξιοπρέπεια. Ήταν η κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με τη σορό της ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα και κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της και συζητούσαν για τα βάσανα πού είχε περάσει, όταν ξάφνου ευωδίασε ο τόπος. Ακόμη καί χιλιάδες άνθη και λουλούδια να υπήρχαν, δεν θα μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν και απόρησαν. Δεν είχαν εξήγηση.
Ανάμεσα σ' εκείνους πού τη συνόδευαν ήταν κι ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα Αμβρόσιου, πού λίγες μέρες μετά πήγε και του ανέφερε το γεγονός. Του είπε μόνο πώς μια γυναίκα πέθανε και ευωδίασε ο τόπος. Εκείνος στην αρχή έμεινε σιωπηλός. Έπειτα μπήκε στο δωμάτιο του, έμεινε για λίγο και επέστρεψε.
- Αυτή αγίασε, απάντησε. Και ξέρεις τον λόγο; Γιατί ποτέ στη ζωή της δεν παραπονέθηκε. Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο Θεός, για να γεμίσει τον Παράδεισο και να κάνει τη Δευτέρα Παρουσία Του. Κατάλαβες;

7) Ένας γιατρός, μετά από κάποια επίσκεψη του στο Μοναστήρι, όπου είχε ακούσει τον Γέροντα να του λέει πολλά για τη ζωή του, αναρωτιόταν αν αυτά ήταν αληθινά, ή τού τα έλεγε για ευχές... Βγήκε έξω ζαλισμένος. Συνάντησε μια μοναχή και της εξέφρασε ψιθυριστά την αμφιβολία του:
- Αδελφή, ο Γέροντας τα λέει αυτά προφητικά, ή τα λέει για να τα πει;
- Μα, τι είναι αυτά πού ακούω; αναπήδησε ξαφνιασμένη ή μοναχή.
- Συγγνώμη, αλλά καμιά φορά μπαίνει μέσα μας ή αμφιβολία, είπε αυτός και επέστρεψε σε λίγο να πάρει την ευχή του πριν φύγει.
- Γεια σου, Γέροντα, ήρθα να σε χαιρετίσω και να φύγω.
- Ποιος είσαι εσύ; τον άκουσε τότε να του λέει.
- Τι ποιός είμαι, Γέροντα; Ό γιατρός είμαι, πού μιλάγαμε πριν από λίγο, είπε ο άνθρωπος και σκέφτηκε πώς ο παππούς είναι κουρασμένος, ή πώς άρχισε να «πέφτει» Και δεν θυμάται.
- Και τι ήρθες να κάνεις εδώ; επέμενε ο Γέροντας.
- Να πάρω την ευχή σου.
-Όμως γιατί ήρθες σ' ένα Γέροντα πού τα λέει στην τύχη; είπε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια. Να ξέρεις όμως πώς όσα λέω δεν είναι δικά μου αλλά Αυτός μού τα λέει. (Και του έδειξε την εικόνα του Κυρίου.) Δεν τα λέω εγώ.

8) Ό Γέροντας αγαπούσε πολύ τα παιδιά Και λυπόταν, εάν κάποιο πονούσε, ή υπήρχε περίπτωση να χαθεί...
Έτσι, όταν τον επισκέφθηκε κάποτε μια οικογένεια, γύρισε στον 12χρονο γιό και του είπε:
- Καλός είσαι. Πας στην εκκλησία;
- Πάω.
- Εξομολογείσαι;
- Εξομολογούμαι.
- Ά, καλά. 'Αλλά στα μπαράκια μην ξαναπάς.
--Μά δέν πάει, είπε ο πατέρας.
--Πώς δεν πάει; επέμενε ο Γέροντας. Έχει πάει δύο φορές κι ετοιμάζεται νά ξαναπάει. Κι όπως στράφηκε προς το παιδί, εκείνο τότε είπε με συστολή:
-Έ... Γέροντα, με πήγαν, εγώ δεν...
- Όποτε άρχισε αυτός να τους νουθετεί και να λέει για τα νυχτερινά κέντρα, πώς είναι ο τόπος ταφής των νέων...
«Εκεί ο διάβολος είναι ακράτητος και σκορπά τόν θάνατο», τόνισε χαρακτηριστικά...
9) Κάποια γυναίκα στο Ηράκλειο της Κρήτης εξομολογείτο στον Πνευματικό της και συχνά του εξέφραζε μια μεγάλη επιθυμία:
- Πώς θα γίνει, πάτερ, ν' αγαπήσω τον πλησίον μου, όπως τον εαυτό μου; Αυτό είναι δύσκολο πράγμα. Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω.
Και εκείνος τη συμβούλευε σχετικά για τον τρόπο πού έπρεπε ν' ακολουθήσει, ώστε να φτάσει σ' αυτό το σημείο.
Αλλά μια φορά, πού είχε πάει με τον άντρα της και τον αδελφό της στο Δαδί, αφού είδαν τον Γέροντα, μίλησαν αρκετά και ήρθε η ώρα να φύγουν, τον άκουσε να την αποχαιρετά, σχεδόν στο αυτί, με τα έξης λόγια:
- Άντε, και σου εύχομαι ο Θεός να σε βοηθήσει ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου...
10) Ένα πούλμαν με εκδρομείς κατευθυνόταν προς τις κατασκηνώσεις του Παρνασσού.
Περνώντας από τη Μονή Δαδιού, έκαναν μια σύντομη στάση και εκεί συνάντησαν τον Γέροντα.
Αφού προσκύνησαν την Παναγία, τον πλησίασαν κι εκείνος τους μίλησε.
Επέμενε πολύ στη μετάνοια, στην εξομολόγηση, και στη θεία Κοινωνία.
Κάποιος όμως άπ' τους επισκέπτες άρχισε να βρίζει τους ιερείς Και να λέει μεταξύ άλλων:
- Εσείς οι παπάδες πρέπει να εξομολογείστε και να μετανοείτε, πού κάνετε τόσα...
Αλλά τότε ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος του, χτύπησε τη μαγκούρα που κρατούσε στο έδαφος, και του είπε έντονα:
- Εσύ τολμάς να μιλάς έτσι για τους παπάδες, πού πέθανε ο αδελφός σου και αδίκησες την οικογένεια του;
Ό άνθρωπος ταράχτηκε, κοκκίνισε, δεν άνοιξε πάλι το στόμα του και βγαίνοντας άπ' το Μοναστήρι πήγε στην πηγή με το κρύο νερό πού τρέχει και δροσίζει τους περαστικούς, για να βρέξει το πρόσωπο του και να συνέλθει...
Στο μεταξύ, ο Γέροντας πλησίασε κάποιον άλλον επισκέπτη, τον αγκάλιασε και του είπε:
-Εσύ είσαι καλός άνθρωπος. Έλα όμως να σου πω κάτι, να το διορθώσεις. Και τον πήρε παράμερα και τον συμβούλεψε...

11) Πήγε ο Γέροντας σε κάποιο Μοναστήρι μ' ένα νέο ιερέα, πνευματικό του παιδί, για να προσκυνήσουν.
Στο αρχονταρίκι πού κάθισαν, υπήρχε μία παλιά φωτογραφία μοναχών της Μονής.
Την ώρα πού έπιναν τον καφέ έπιασε τη φωτογραφία και του είπε στο αυτί, δείχνοντας ένα μοναχό από τους 20 περίπου πού εικονίζονταν:
-Τους βλέπεις όλους; Μόνο αυτός σώθηκε...

12) Ένας άνδρας έκανε στη γυναίκα του για κάποια περίοδο μια ιδιαίτερη γκριμάτσα, κοροϊδευτική, πού πολλές φορές μετά το ξεχνούσε. Φθάνοντας μια μέρα στο Μοναστήρι, πήγε μπροστά του ο Γέροντας και άρχισε συνέχεια να του κάνει την ίδια γκριμάτσα, την οποία έκανε αυτός στη γυναίκα του.
- Σου αρέσει; τον ρώτησε μετά γελώντας.

13) Το 1990, στη διάρκεια μιας Θείας Λειτουργίας ζήτησε από ένα πνευματικό του παιδί πού τον είχε επισκεφθεί στο Μοναστήρι να διαβάσει κατά την ώρα της Προθέσεως τα ονόματα των ανθρώπων, τους οποίους ο συγκεκριμένος νέος (μετέπειτα κληρικός) είχε φέρει να διαβαστούν και ευλογηθούν καί τους γνώριζε προσωπικά. Άρχισε, λοιπόν, αυτός να τα διαβάζει...
Μόλις όμως έφτασε σε μια οικογένεια πού είχε 4 παιδιά και περνούσε δυσκολίες, ο Γέροντας, χωρίς κανείς να τον έχει πληροφορήσει σχετικά, είπε ξαφνικά:
- Τώρα εδώ σταματάμε. Αυτός ο πατέρας και αυτή ή μάνα έχουν μεγάλη ανάγκη. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή. 'Ά, μεγάλη ανάγκη εδώ!

14) Μια φορά, ένας νέος επιστήμονας έδωσε χρήματα από τον μισθό του, πού μόλις είχε πάρει, σε κάποιον ο όποιος είχε ανάγκη. Δεν είπε πουθενά το παραμικρό για την ενέργεια του και ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Εκεί ο Γέροντας, μόλις τον είδε, του είπε:
- Αυτά πού έδωσες, ή Παναγία θα στα δώσει πίσω. Ή Παναγία χαίρεται και ότι δίνεις θα στο επιστρέφει. Αυτό να ξέρεις στη ζωή σου.
Και πράγματι, το ίδιο ακριβώς ποσόν πού είχε προσφέρει ο άνθρωπος το έλαβε πίσω μετά από δύο μέρες μ' έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο από ένα «τυχαίο» κέρδος...

15) Όταν νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», ένα πρωί ή νοσηλεύτρια του έφερε τα φάρμακα του. Όμως εκείνος έβρισκε αφορμή Και καθυστερούσε να τα πάρει. Δεν έδειχνε απροθυμία, αλλά με γλυκό τρόπο το απέφευγε.
Αφού πέρασε μισή ώρα περίπου, έφθασε ή ίδια νοσηλεύτρια σε κατάσταση πανικού Και ρώτησε το πνευματικό του παιδί, το όποιο βοηθούσε τον Γέροντα, αν πήρε τα χάπια του. Όταν πήρε αρνητική απάντηση, είπε ανακουφισμένη:
- Ευτυχώς, γιατί ήταν άλλου ασθενούς. Έκανα λάθος και αυτά πού του είχα φέρει ήταν βαριά φάρμακα. Τους έδωσε τα δικά του, και αυτή τη φορά ο Γέροντας τα πήρε αμέσως, χωρίς να φέρει εμπόδιο...
16) Κάποια φορά, εξηγούσε σε μια συντροφιά το σημείο στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο, όπου αναφέρει ότι «είναι αδύνατον, μέσα στον διεφθαρμένο και πονηρό αυτό κόσμο, να μην έρθουν τα σκάνδαλα και οι πειρασμοί». Με το πού το άκουσε αυτό ένα πνευματικό του παιδί, τού γεννήθηκε στο μυαλό ή απορία «γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα;». Και μάλιστα τόσο έντονα το σκεφτόταν, ώστε έπαψε να παρακολουθεί την εξήγηση του Ευαγγελίου. Άλλα τότε ο Γέροντας σταμάτησε ξαφνικά τον λόγο, γύρισε προς το μέρος του και του είπε με έμφαση, αφού είχε διαβάσει τη σκέψη του:
- Είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα γι' αυτούς καί γι΄ αυτούς τούς λόγους...
Τους οποίους λόγους εξήγησε, λύνοντας έτσι την απορία του, Και μετά συνέχισε την ερμηνεία του Ευαγγελίου.

17) Στο ίδιο Μοναστήρι, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει την ώρα πού πήγαν να μπουν έναν άντρα γύρω στα 65 με 70, ο οποίος με το πού τον είδε του είπε:
- Την ευχή σου, Γέροντα.
- Εσύ τι κάνεις, τι είσαι εσύ εδώ; γύρισε αμέσως και τον ρώτησε.
- Εγώ βοηθάω το Μοναστήρι και μένω εδώ, αλλά δεν είμαι μοναχός.
- Όχι, να γίνεις μοναχός. Να βάλεις το ράσο, για να σωθείς.
- Γέροντα, εγώ τι να σωθώ; Εντάξει είμαι εδώ πέρα, βοηθάω τουςΠατέρες κ.λπ.
- Ακούς τι σου λέω; Να βάλεις το ράσο σου, να μπεις στο Μοναστήρι, για να σωθείς.
-Έ, τι να βάλω εγώ σε τέτοια ηλικία; επέμενε ο άλλος.
Όποτε τον πλησίασε και του είπε κάνοντας μιά χαρακτηριστική κίνηση με την παλάμη του, καί βάζοντάς την στον λαιμό του:
- Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην Κατοχή;
Ό άλλος κοκάλωσε. Άρχισε ν' αλλάζει χρώματα. Έσκυψε το κεφάλι και ίσα πού μπόρεσε ν' αρθρώσει:
- Καλά, Γέροντα, ευλόγησαν.
Μετά πήγε πίσω από τον ιερέα πού συνόδευε τον Γέροντα και κάποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία:
- Ποιός είναι αυτός;
- Άστο τώρα. Κάνε ό,τι σου είπε και άστο. Μη μιλάς καθόλου, του είπε εκείνος.

Αιμιλιανός Ηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

Αιμιλιανός Ηγούμενος Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

Ο Γέροντας αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, κατά κόσμον Αλέξανδρος Βαφείδης, Καθηγούμενος της καθ΄ ημάς Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1973 εως το 2000, γεννήθηκε στην Νίκαια Πειραιώς το 1934 από ευσεβείς γονείς, η καταγωγή του όμως εχει μικρασιατικές ρίζες.
Η εκ πατρός γιαγιά του Ευδοξία ήταν Κωνσταντινουπολίτισσα, ο δε παππούς του Αλέξανδρος κατήγετο από την Σηλυβρία της Θράκης και εφοίτησε στην περιώνυμη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το έτος 1906 μετοίκησαν στα Σήμαντρα της ευλογημένης γης της Καππαδοκίας, όπου εχρημάτισαν δημοδιδάσκαλοι για τις ανάγκες του ελληνισμού, και στην Ελλάδα ήλθαν μετά την μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Έγγαμοι όντες, επολιτεύοντο ως μοναχοί, αγρυπνούντες και προσευχόμενοι. Χαρακτηριστικο είναι οτι η γιαγιά εκοιμήθη ως μοναχή με το όνομα Ευταξία, η δε μητέρα του ως μοναχή Αιμιλιανή.
Ο Γέροντας εκληρονόμησε από τον παππού τα πνευματικά και σωματικά χαρίσματα του και από την γιαγιά του ανεξάλειπτα πνευματικά βιώματα. Παιδιόθεν έφερε εντός του τον πόθο της αφιερώσεως και επιδιδόταν στην μελέτη του Ευαγγελίου και πολλών πατερικών βιβλίων, καθώς και στην αδιάλειπτη ευχή του Ιησού, απ΄ όπου αρυόταν αυθεντικές απαντήσεις και θείες εμπνεύσεις για την πορεία της ζωής του.
Έλαβε την πρωτοβάθμιον εγκύκλιο παιδεία στα Σήμαντρα Χαλκιδικής, όπου είχε εγκατασταθή η γιαγιά του, ενώ την δευτεροβάθμιον στην Νίκαια Πειραιώς, όπου διέμεναν οι γονείς του, με άριστη πάντοτε επίδοση.
Τις σπουδές του συνέχισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αρχικώς στην Νομική Σχολή επί δύο έτη, εν συνεχεία δε στην Θεολογική, για να λάβη ανάλογη με τις εφέσεις της ψυχής του μόρφωση.
Κατά την διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών, με ομάδα ομογνωμόνων και ομοφρονούντων φίλων του από τα γυμνασιακά χρόνια ανέπτυξε σπουδαία δράση, οργανώνοντας κατηχητικά, ομιλίες και άλλες εκδηλώσεις, όπου ανεδείχθησαν τα ψυχικά, πνευματικά, ηγετικά και οργανωτικά χαρίσματά του.
Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές, λόγω της παρεχομένης εκείνη την εποχή αγωγής και κατευθύνσεως, εσκέπτετο την ιερωσύνη, με απώτερον σκοπό την εξωτερική ιεραποστολή. Έκρινε όμως ότι θα ήταν καλύτερο να αρχίση την προετοιμασία για τον σκοπό αυτό σε ένα μοναστήρι. Απευθύνεται τότε προς τον μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο, που μόλις είχε αναλάβει τα ποιμαντικά του καθήκοντα και είχε φήμη φιλομονάχου επισκόπου.

Η κουρά του Γέροντα Αιμιλιανού ως μοναχού

Ήλθε στα Τρίκαλα το 1960 και ανέθεσε τα καθ΄ εαυτόν στον ποιμενάρχη, ο οποίος την 9η Δεκεμβρίου 1960 τον έκειρε μοναχό με το όνομα Αιμιλιανός. Ως μοναχός ενεγράφη στο Μοναχολόγιο της Ιεράς Μονής Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου. Την 11η του ιδίου μηνός ο σεβασμιώτατος τον χειροτονεί διάκονο στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Τρικάλων και εν συνεχεία τον αποστέλλει σε διάφορες μονές των Μετεώρων, οι οποίες διήρχοντο τότε περίοδο λειψανδρίας, έως ότου τον εχειροτόνησε ιερέα στην Ιερά Μονή Βυτουμά, κατά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το έτος 1961.
Μετά την εις Πρεσβύτερον χειροτονία του εγκατεβίωσε στην Ιερά Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δουσίκου, όπου και παρέμεινε επί ένα τετράμηνο, έως τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Στον έρημο και απομονωμένο εκείνον τόπο έζησε σε πλήρη μόνωση και ησυχία, εκζητώντας εμπόνως και εκτενώς τον Θεόν, «τον λυτρούμενον από καταιγίδος και ολιγοψυχίας». Ο Κύριος, εν τη προνοία του, έγινε ευήκοος εις τας μυστικός κραυγάς του, επεφάνη εις τον δούλον του και μεταμορφώνοντας την ύπαρξή του εν τω φωτί, του απεκάλυψε «οδούς ζωής».
Εστράφη πλέον με όλον του τον πόθο και τις δυνάμεις στην μοναχική ζωή και μέσα από τα εναπομείναντα λείψανά της οραματίζεται με ανυπέρβλητο θάρρος και πτεροφυά ελπίδα την αναβίωση και ανακαίνιση της.

Ηγούμενος του Μεγάλου Μετεώρου και πολύπλευρη δραστηριότητά του στην Μητρόπολη Τρίκκης

Στο τέλος του 1961, έχοντας και ο μητροπολίτης Τρίκκης τον ίδιο πόθο για την μοναχική ζωή, τον μετεκάλεσε από το Δούσικο και τον κατέστησε ηγούμενο στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου. Εκεί, μόνος κατ΄ αρχάς, παρά το πάντοτε εύθραυστον της υγείας του, ενισχύοντας τον εαυτόν του με μεγαλόθυμον υπομονή, αόκνως καλλιεργεί την ασκητική, μυστική και μυστηριακή ζωή. Αγρυπνεί, προσεύχεται αδιαλείπτως και επιδίδεται σε εμβριθέστατη και διαρκή μελέτη πατερικών, ασκητικών και εκκλησιαστικών έργων.
Με ακόρεστη δίψα αναζητεί, ευρίσκει και ερευνά κάθε κείμενο που αναφέρεται στην οργάνωση και λειτουργία του ορθοδόξου μοναχισμού και μάλιστα του κοινοβιακού, εμβαθύνοντας στους μοναχικούς θεσμούς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και στα τυπικά διακεκριμένων αρχαίων μονών.
Ενώ η πολιτεία του ήταν καθαρώς ασκητική, την 1η Ιανουαρίου του 1962 ο μητροπολίτης του έδωσε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου και του ανέθεσε την διακονία του κηρύγματος, της εξομολογήσεως και της διαπαιδαγωγήσεως της νεότητος στην επαρχία του, ορίζοντας τον προϊστάμενο στον θεομητορικό ναό αγίας Επισκέψεως Τρικάλων.
Ήρεμος, εύχαρις πάντοτε και προσηνής, ιεροπρεπής και αρχοντικός, λειτουργεί σχεδόν καθημερινώς, έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του, ζει και ζωογονείται εκ του Άρτου της ζωής. «Θεόν φέρων εν τοις σπλάγχνοις του και θεϊκαίς αστραπαίς εξαστράπτων», εξέρχεται εκ των σπηλαίων του ως λύχνος καιόμενος και φαίνων τοις πιστοίς, σαγηνεύοντας τον λαό του Θεού με τα πνευματέμφορα κηρύγματα του και καταρτίζοντας αυτόν «εν πάση σοφία και συνέσει πνευματική».
Στα εξομολογητήρια τον περιεκύκλωνε πλήθος νέων και παιδιών, χάριν των οποίων προσέφερε αφειδώς κόπο, χρόνο, δάκρυα, προσευχή, «έτι δε και την εαυτού ψυχήν».
Νέα περίοδος άρχισε από τούδε στην ζωή του σεβαστού Γέροντος. Δεν είναι πλέον μόνος. Γίνεται «πατήρ» διά πολλούς «υιούς και θυγατέρας του Θεού», ζει και αισθάνεται ως αληθής απόστολος. Η ζωή του είναι αφιερωμένη στα τέκνα του μετά πάσης ελευθερίας, χωρίς να αναμένη ποτέ, έως τέλους, ούτε την ελάχιστη ανταπόδοση και ανταπόκριση.
Εκ του πλήθους αυτών αρκετοί σκέπτονται την μοναχική ζωή και, συν τω χρόνω, εδημιουργήθη ο πρώτος πυρήνας της αδελφότητος της Μονής του Μετεώρου, ενώ άλλοι στρέφονται στον κλήρο η στην οικογενειακή ζωή, όλοι πάντως ως μία ευρύτερη πνευματική οικογένεια με κέντρο το μοναστήρι.
Το 1963 εγκαταστάθηκαν στο Μεγάλο Μετέωρο οι δύο πρώτοι μοναχοί, και από το σχολικό έτος 1965-66 πλειάς μαθητών του γυμνασίου πολιτεύονται πλέον ως δόκιμοι πλησίον του. Την 6η Αυγούστου 1966 ο Γέροντας του, μητροπολίτης Διονύσιος, τον έκειρε μεγαλόσχημο μοναχό.
Η ζωή του Μετεώρου και η πορεία του νεαρού, πλην όμως χαρισματούχου τέκνου του, κατευφραίνουν εμφανώς την καρδιά του σεβασμιωτάτου και την γεμίζουν με χρηστές ελπίδες. Στην άρχή της θεμελιώσεως της μοναχικής ζωής στα Μετέωρα συμβουλεύεται και συνάπτει πνευματικούς δεσμούς με σύγχρονες του οσιακές μορφές: Αθανάσιον Χαμακιώτη, παπα-Δημήτρη Γκαγκαστάθη, Αμφιλόχιον Πάτμου, Φιλόθεον Ζερβάκο, Σίμωνα Αρβανίτη, Δαμασκηνόν Κατρακούλη.
Την ίδια περίοδο συνδέεται με τους διαπρεπείς νυν Σέρβους ιεράρχας και φοιτητάς τότε του Πανεπιστημίου Αθηνών, πνευματικά τέκνα του αγίου Γέροντος και στύλου της σερβικής Εκκλησίας μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς, τον οποίον θα επισκεφθει στην Σερβία (1976), ως Καθηγούμενος πλέον της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας.
Την ίδια εποχή ο Γέροντας άρχισε και τις προσκυνηματικές του πορείες στο Άγιον Όρος, για να συλλέξει πλούτον πνευματικής εμπειρίας.
Γνωρίζεται τότε με τον αείμνηστο Γέροντα Παΐσιο και, φθάνοντας μέχρι την ακρώρεια του Άθωνος, συναντά τον μέγα αθλητή της υπακοής παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτη. Έκτοτε, μεταξύ των δύο ανδρών αναπτύσσεται ιδιαιτέρα πνευματική σχέση, για την οποία ο οσιωθείς παπα-Εφραίμ έλεγε συχνά: «Βρήκα τον απολεσθέντα Γέροντά μου, έναν άλλο Γέρο-Ιωσήφ, τον χρυσόγλωσσο και σεβαστό Γέροντα Αιμιλιανό».
Το 1968, με την κουρά των νεαρών τότε υποτακτικών, απαρτίζει την αδελφότητά του Μετεώρου και, με βαθειά προνοητικότητα η καλύτερα προόραση, θέτει τις βάσεις της κοινοβιακής ζωής.
Με το διορατικό του βλέμμα εξ αρχής εκλέγει και προκρίνει ως διάδοχό του τον μαθητή τότε Γυμνασίου Εμμανουήλ Ράπτη, τον σημερινόν Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής μας πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον.Κατά το έτος 1972, μετά από πολυετή δοκιμασία και δυσκολίες, είναι έτοιμος ο πρώτος πυρήνας της γυναικείας μοναστικής αδελφότητος, η οποία με Προεστώσα την νυν Γερόντισσα Νικοδήμη εγκατεστάθη προσωρινά στην Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων, εγγύς των Μετεώρων.
Ενώ η γυναικεία αδελφότης ήταν ακόμη στα σπάργανα, ο σοφός Γέροντας ετοίμαζε τον εσωτερικό Κανονισμό της -πνευματική διαθήκη και το μόνο γραπτό κείμενο του-, που σε τελική μορφή παρεδόθη στις αδελφές την 5η Μαΐου 1975, όταν πλέον είχαν εγκατασταθεί οριστικά στο σημερινό Μετόχι.

Εκλογή του ως Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας

Μετά την αδόκητη προς Κύριον εκδημία του μακαριστού μητροπολίτου Διονυσίου τον Ιανουάριο του 1970, την ανάγκη εξασφαλίσεως περισσότερον ήσυχου και καταλλήλου μοναστικού τόπου για την αδελφότητα, μακριά από τον θόρυβο και τον τουρισμό, καθώς και την επίμονη παράκληση της εν λειψανδρία τότε ευρισκομένης Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας, τέλη του 1973, η αδελφότης του Μετεώρου μεταφυτεύεται στο Αγιώνυμον Όρος.
Επειδή η θέση του ηγουμένου στην Ιερά Μονή ήτο κενή λόγω κοιμήσεως του μακαριστού αρχιμανδρίτου Χαραλάμπους, ο Γέροντας την 25η Νοεμβρίου 1973 εκλέγεται από τους παλαιούς αδελφούς της Ιεράς Μονής, κατά τα αγιορείτικα τυπικά, Καθηγούμενος της Μονής και ακολούθως ενθρονίζεται την 17η Δεκεμβρίου από την Ιερά Κοινότητα. Την εγκατάσταση της Μετεωριτικής συνοδίας στον Ιερό Άθωνα εχαιρέτισαν οι Αγιορείται Πατέρες με πολλές ελπίδες. Και όντως ακολούθησαν και άλλες συνοδίες, ώστε να αυξηθούν κατά πολύ οι μοναχοί στο Άγιον Όρος.
Ο σεβαστός Γέροντας, συγχρόνως με την αγρυπνητική ζωή του, την Θεία Λειτουργία και τα λοιπά καθήκοντά του, επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση της εσωτερικής ζωής της νέας αδελφότητος. Με σοφία και διάκριση προσλαμβάνει την αγιορείτικη παράδοση με τα υπάρχοντα τυπικά της, θέτει και την προσωπική του σφραγίδα -«στοίχων τοις θείοις Κανόσι» των αγίων Πατέρων, τους οποίους τόσο πολύ αγάπησε και με διακαή δίψα και κόπο έφερε και πάλι στο φως- και δημιουργεί το τυπικό της Μονής.
Εκκεντρίζει με σεβασμό και αγάπη στην πείρα των παλαιών γερόντων τον νεανικό ενθουσιασμό, την αφοσίωση και τον ζήλο των νεωτέρων μοναχών, αυξάνοντας κατα πολύ την αδελφότητα. Με την εν γένει χρηστή διοίκησή του και την πατρική διαποίμανση ανώρθωσε το κύρος και προέβαλε την μακραίωνα παράδοση της παλαιφάτου αυτής Ιεράς Μονής.

Οργάνωση και ενίσχυση των μετοχιών της Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας στην Ελλάδα και το εξωτερικό

Μετά την τακτοποίηση της συνοδίας του στο Άγιον Όρος, ενδιαφέρεται πατρικώς για την εγκαταβίωση της συμπηχθείσης γυναικείας αδελφότητος στην Ορμύλια Χαλκιδικής την 5η Ιουλίου του 1974, στο παλαιό Βατοπαιδινό μετόχι Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, το οποίο αγοράσθηκε από την Ιερά Μονή μας, και με την έγκριση του επιχωρίου επισκόπου και την συνδρομή της Ιεράς Κοινότητος κατέστη και λειτουργεί έκτοτε ως Μετόχιον αυτής.
Μύριους κόπους και πόνους κατέβαλε για την ανακαίνιση του ερειπωμένου και μικρού αυτού Μετοχίου, του οποίου κατηξιώθη να γίνη σοφός και μεγαλόφρων κτίτωρ, διότι τα πάντα έπρεπε να αρχίσει εκ του μηδενός.
Εξασφαλίζοντας την απαραίτητη για την ησυχία πέριξ του Μετοχίου έκταση, άρχισε το 1980 την κτιριακή ανοικοδόμηση, «ευδοκία και χάριτι Θεού» αλλά και με την συνδρομή του πιστού λαού, ώστε σε μία περίπου δεκαπενταετία αναπτύχθηκε ένα μεγάλο Κοινόβιο. Απερίγραπτη ήταν η χαρά και η συγκίνηση του κατά την θεμελίωση του Καθολικού του Μετοχίου την 14η Σεπτεμβρίου 1980 από τον μητροπολίτη Κασσανδρείας κυρό Συνέσιο, στο σεπτό πρόσωπό του οποίου συνήντησε τον διακριτικό και νουνεχή επίσκοπο.
Το Μετόχι, την 25η Οκτωβρίου 1991 διά Σιγιλιώδους Πατριαρχικού Γράμματος της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, έλαβε Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή αξία.
Ακολουθώντας το παραδείγμα των Πατέρων, των βοηθούντων τους εν ανάγκαις και ασθενείαις συνανθρώπους, ιδρύει το 1982 πλησίον του Μετοχίου το Κέντρον πνευματικής και κοινωνικής συμπαραστάσεως «Παναγία η Φιλανθρωπινή» -κληροδότημα του αειμνήστου καπετάν Ιωάννου Χατζηπατέρα-, το οποίο λειτουργεί με την εποπτεία και φροντίδα της γυναικείας αδελφότητος, ως ταπεινή και ανιδιοτελής προσφορά στον λαό της περιοχής.
Ο Γέροντας θεωρούσε ως Σιμωνόπετρα και όλα τα Μετόχια της: την Ανάληψη στην Αθήνα, τον Άγιο Χαράλαμπο στην Θεσσαλονίκη, τον Όσιο Νικόδημο στον Πεντάλοφο Γουμενίσσης. Και στην Γαλλία τον Άγιο Αντώνιο, την Μεταμόρφωση και την Αγία Σκέπη. Για όλα έδειξε ενδιαφέρον, στοργή και συμπαράσταση, διότι πολλοί συγκομίζονται εκεί, βρίσκοντας την Εκκλησία τόσο κοντά τους.
Ιδιαίτερη πρόνοια και επιμέλεια έδειξε για τους προστρέχοντας εις αυτόν ετεροδόξους αλλοδαπούς, πολλούς εκ των όποιων εκατήχησε, εβάπτισε και έκειρε. Ανάμεσα τους ξεχωριστή θέση κατέχουν οι αρχιμανδρίται π. Πλακίδας Deseille και π. Ηλίας Ragot, μαζί με τις συνοδίες τους.
Από αυτές, κατά το διάστημα 1979 έως 1984 και με την διαρκή καθοδήγηση και συμπαράσταση του Γέροντος, γεννήθηκαν, όπως αναφέραμε, τα τρία Μετόχια της Σιμωνόπετρας στην Γαλλία: ένα άνδρωο, του Αγίου Αντωνίου, και δύο γυναικεία, της Αγίας Σκέπης και της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τα οποία αποτελούν φυτώρια του Ορθοδόξου μοναχισμού στην Δύση.
Από το 1980 μετέβη μερικές φορές στα Μετόχια της Γαλλίας, για να κατευθύνει και να ενισχύσει τις νέες αδελφότητες. Επισκέφθηκε τότε και τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Essex Αγγλίας, με τον οποίον συνδέθηκε με αμοιβαία αγάπη και βαθειά πνευματική σχέση.
Το 1988 μάλιστα παρέστη στις εκεί τελετές αγιοποιήσεως του Γέροντος Σιλουανού και των εγκαινίων του ομωνύμου ναού του, ενώ το 1993, λίγο προ της κοιμήσεως του Γέροντος Σωφρονίου, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του να ευλόγηση την τελευταία κατοικία του στην νεόκτιστη κρύπτη.
Ο Γέροντας συμμετείχε ως Καθηγούμενος στα κοινά του Αγίου Όρους στις συνάξεις των ανωτάτων θεσμικών οργάνων του, της Δισενιαυσίου Ιεράς Συνάξεως και της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως, με την πείρα δε και διάκριση του συνέβαλε προθύμως στην διευθέτηση πολλών αγιορείτικων υποθέσεων. Εκπροσώπησε επίσης πολλές φορές το Άγιον Όρος στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στην Ελληνική Πολιτεία και αλλού, ως μέλος Ιεροκοινοτικών Επιτροπών και εξαρχικών αποστολών.
Εργαζόμενος κυρίως ως πνευματικός πατήρ της Μονής του και της αδελφότητος του εν Ορμυλία Ιερού Μετοχίου, τον περισσότερο χρόνο του διέθετε τόσο στην πληροφορία της διακονίας αυτής, όσο και στην εντρύφηση της μοναχικής ζωής στην φιλτάτη του μόνωση και ησυχία. Η αγάπη του όμως για τον λαό του Θεού και την Εκκλησία τον έκανε να ανταποκρίνεται ενίοτε και στις προσκλήσεις των κατά τόπους αρχιερέων η και άλλων φορέων, για ομιλίες η συμμετοχή του σε θεολογικά-μοναχικά συνέδρια στην Ελλάδα, στην Κύπρο ή άλλου, προς καταρτισμόν του χριστεπωνύμου πληρώματος.
Προορώμενος τον Κύριον ενώπιον του διά παντός, αντιπαρήρχετο με πολλήν φυσικότητα και απόλυτον ηρεμία και χαρά κάθε δυσκολία, δεχόμενος τα πάντα ως θεία ευλογία. Με την αυτή διάθεση δέχθηκε και την μεγάλη πυρκαϊά του Αυγούστου του 1990, η οποία κατέκαυσε το Άγιον Όρος και απείλησε σοβαρά την Μονή μας.

Απόσυρση του Γέροντα Αιμιλιανού στο μετόχι της Ορμύλιας

Στις αρχές του 1995 ένας μόνιμος κλονισμός της υγείας του υποχρέωσε τον σεβαστό Γέροντα να αποσυρθεί σταδιακώς από τα ηγουμενικά καθήκοντά του και να εγκατάλειψη το περιπόθητο μοναστήρι του και το πεφιλημένο του Άγιον Όρος. Το έτος 2000 ο σεπτός Πατήρ παρέδωσε την σκυτάλη της ηγουμενίας στον νύν Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας πανοσιολογιώτατον αρχιμανδρίτην Ελισσαίον, ο οποίος με υϊικόν σεβασμό συνεχίζει το έργο του και ο ίδιος εφησυχάζει στο Μετόχι της Ορμύλιας, «ανταναπληρών τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί αυτού, υπέρ του σώματος του Χριστού, ο έστιν η Εκκλησία», με πολλή υπομονή και καρτερία.
Από τον πλούσιον πνευματικόν αμητόν του Γέροντος ελάχιστα κείμενα είδαν το φως της δημοσιότητος κατά τις ημέρες της δράσεως του, διότι ο ίδιος, έχοντας ως μόνον σκοπό τον καταρτισμό και την οικοδομή των πνευματικών του τέκνων ή του ποιμνίου της Εκκλησίας, απέφευγε ταπεινοφρόνως την έκδοσή τους.
Ο λόγος του Γέροντος Αιμιλιανού χαρακτηρίζεται από την βιωματική προσέγγιση των θεμάτων, την βαθειά ανάλυση των νοημάτων και το πηγαίον της εκφράσεως. Οι κατηχήσεις του αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και παρακαταθήκη για τους μοναχούς του. Κρατήρ πεπληρωμένος «οίνου άκρατου», ο οποίος με την επ΄ εσχάτων σιωπή του κατέστη «περικεχρυσωμένος και περιηργυρωμένος», διαφυλάσσεται από τις δύο αδελφότητες ως τιμαλφέστατον κειμήλιο και εκχέεται στην Εκκλησία του Θεού ως διακονία αγάπης.
Την καταγραφή των πολυπληθών κατηχήσεων και ομιλιών του ανέλαβε η γυναικεία αδελφότης του Μετοχίου Όρμυλίας, η οποία και προέβη στην έκδοσή τους το έτος 1995, εγκαινιάζοντας την σειρά «Κατηχήσεις και Λόγοι». Στα πλαίσια της σειράς αυτής έχουν κυκλοφορήσει τέσσερεις τόμοι: Σφραγίς Γνήσια (1995), Ζωή εν Πνεύματι (1998), Αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω (1999), Θεία Λατρεία - Προσδοκία και όρασις Θεού (2001). Παράλληλα με την ελληνική έκδοση, οι Κατηχήσεις μεταφράζονται στην γαλλική, αγγλική, ρουμανική, ρωσική και σερβική γλώσσα.
Η δημοσίευση συνόλου του πνευματικού έργου του πολυφθόγγου Πατρός αποτελεί φροντίδα υϊικής αγάπης και αιωνίου ευγνωμοσύνης των τέκνων του, και αναμένεται να καλύψη σε πολλούς τόμους ποικιλία θεμάτων: ομιλίες και κηρύγματα, ερμηνεία ασκητικών Πατέρων (αββά Ησαΐου, Ησυχίου πρεσβυτέρου, Γρηγορίου Σιναΐτου, Μαξίμου του Ομολογητού, οσίου Θαλασσίου, οσίου Θεογνώστου), ερμηνεία μοναστικών κανόνων (Αντωνίου του Μεγάλου, αγίου Αυγουστίνου, αγίου Μακαρίου, αγίου Παχωμίου), μοναχικοί θεσμοί και πρακτική ζωή (μοναχισμός, μοναχικός κανών, η ζωή του μονάχου, σχέσεις Γέροντος και υποτακτικού), ερμηνεία βίων αγίων (οσίου Νείλου του Καλαβρού, οσίου Ρωμύλου), ερμηνείες Βιβλικών, υμνολογικών και θεολογικών κειμένων (ψαλμών, προφητειών, ύμνων, κ.ά.).
Η ηγουμενία του Γέροντος στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας αξιολογείται ήδη ως μία από τις ευλογημένες περιόδους της νεωτέρας ιστορίας της Μονής, για την οποία η ιδία σεμνύνεται, συμπίπτει δέ, θεομητορική προστασία, με την ευρύτερη αθρόα επάνδρωση και ακτινοβολία συνόλου του Αγίου Όρους.
Όπως το διατυπώνει όμως ο ίδιος, «η μοναστική αδελφότης του Κοινοβίου, ζώσα με τον ίδιον αυτής ρυθμόν, ζη ουσιαστικώς εν τη Εκκλησία διά την Εκκλησίαν, ως η καρδία η μέλος τι σώματος, και δεν εκτιμάται από την ανάπτυξιν δραστηριότητος αλλά, κυρίως, από την εραστικήν αναζήτησιν του Θεού. Ούτως οι μοναχοί αποβαίνουν θεοειδείς, ελκύοντες και τους άλλους προς την θείαν ζωήν»
(Τυπικόν Ιερού Κοινοβίου Ορμυλίας).

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΧΑΜΑΚΙΩΤΗΣ

Εικόνα


Γέροντας Αθανάσιος Χαμακιώτης

Κι ένας άλλος αββάς μαρτυρούσε εκείνες τις μέρες του Χριστού τα Πάθη και την Ανάσταση: ο πατήρ Αθανάσιος Χαμακιώτης στον ναό της Παναγίας Νεραντζιώτισσας στο Μαρούσι της Αττικής. Κράτησε την ευσέβεια των Αθηναίων, και μάλιστα των υψηλών τάξεων, μισό αιώνα. Ήταν γερή κουτσούρα ο παπα- Θανάσης, που την περιέλουζαν τα νάματα της Χάριτος και βλάσταινε συνεχώς αγιοπατερική θεολογία.
Αυτοί οι πατέρες δεν έκαναν ούτε τους προορατικούς ούτε τους θαυματουργούς. Είχαν κατέβη στον στίβο και πάλευαν μαζί με τον κόσμο και έστηναν τρόπαιο νίκης κατά της κακουργίας των δαιμόνων.
Έμειναν στην παράδοση των παλαιών παπάδων, ακούρευτοι, αναρωμάτιστοι, ταπεινοφορούντες, πενιχρά διαβιούντες. Στο έργο της Εκκλησίας δεν τους ξέφυγε κανένα «νομίζω, έχω την γνώμη, εγώ αυτό έτσι θα το ‘κανα». Έτσι , ήταν μια καλή συνέχεια του παπα- Πλανά. Ούτε έκοβαν ούτε έρραβαν∙ συνέχισαν όπως παρέλαβαν .

Τον παπα- Θανάση τον γνώρισα στο μονύδριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Μπάλα Αττικής. Μου λέγει:
- Κάθισε κοντά μου, να σου εξομολογηθώ την αμαρτία μου και το παράπονό μου. Η αμαρτία μου είναι πως, χωρίς να εξασκήσω ποτέ στην ζωή μου την υπακοή , την ζητώ από τους άλλους. Έτσι, όταν προστάζω την μοναχή υπακοή, εγώ ντρέπομαι, γιατί δεν γνωρίζω τον αγώνα της∙ δαγκώνεται η καρδιά μου. Τώρα που διαβάζω τα ασκητικά βιβλία της Εκκλησίας και εννοώ τον μισθό της υπακοής, καταλαβαίνω τί στερήθηκα και θλίβομαι βαθύτατα. Τώρα στα γεράματά μου σαν μικρό παιδί άρχισα να ξυπνώ και βλέπω τί έχασα στις απαρχές του μοναχικού μου βίου. Γι’ αυτό λέγω συνεχώς στον εαυτό μου: «Παλιοκαλόγερε παπα-Θανάση, μη μιλάς». Εκείνο που αληθινά με ταλάνισε είναι το πατερικό σχόλιο στην προς Φιλιππησίους επιστολή: ο Χριστός δεν μας έσωσε γιατί δίδαξε, θαυματούργησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, αλλά γιατί έκαμε υπακοή μέχρι θανάτου. Πού αυτό το μεγαλείο σ’ εμένα; Πού η γεύση της εκκοπής του θελήματος;
Αναπαύεται δίπλα στο Καθολικό της Μονής που ίδρυσε. Και αυτοί που τον γνώρισαν και αυτοί που τον άκουσαν προσκυνούν τον τάφο του και τιμούν την μνήμη του. Έχει γραφή τόμος στο όνομά του…


Από το βιβλίο: «Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
Ιερά Μονή Δοχειαρίου , Άγιον Όρος
Γραφικές Τέχνες – Εκδόσεις: «Το Παλίμψηστον»

Γέροντας Ευθύμιος: Ο διάδοχος του γέροντα Παϊσίου



Του Γιώργου Θεοχάρη

Mια μορφή της Ορθοδοξίας που εκπέμπει αγιότητα. Ένας σύγχρονος ασκητής, που ζει ταπεινά και λιτά μέσα στο δάσος της Καψάλας στο Άγιον Όρος. Εκεί όπου βλέπει μόνο ο Θεός! Συναντάμε τον θεόπνευστο γέροντα Ευθύμιο, τον διάδοχο του πατέρα Παϊσίου, όπως συνηθίζεται να τον αποκαλούν εκατοντάδες προσκυνητές που τον επισκέπτονται καθημερινά. Βεβαίως, εκείνος σε καμία περίπτωση δεν δέχεται αυτόν τον ρόλο. «Είμαι αμαρτωλός και ανάξιος», λέει συνεχώς στον κόσμο που καταφθάνει μέσα από ένα αυτοσχέδιο μονοπάτι στο απόκρημνο κελί του. Εκεί όπου ζει με τρεις ακόμα νεότερους μοναχούς που τον διακονούν.
Γαλήνια μορφή, πράος και χαρισματoύχος. Η απόλυτη ηρεμία των κινήσεων και της φωνής του με άφησε συγκλονισμένο. Αυτός είναι ο γέροντας Ευθύμιος ο Αγιορείτης. Ζει σε ένα λιτό κελί κάτω από τις Καρυές, την Καψάλα, με πέντε ακόμα μοναχούς. Η φήμη του, αν και μόλις πενήντα χρόνων, έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Καθημερινά, δέχεται δεκάδες προσκυνητές από κάθε γωνιά του πλανήτη, για να πάρουν την ευχή του και να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Να ακούσουν τον λόγο του, να ξαποστάσουν από το λιοπύρι της ζωής και τις τόσες τρικυμίες της. Αναζητώντας ένα ήσυχο λιμάνι…
Κάποιοι από αυτούς ήμασταν κι εμείς, που πριν από είκοσι περίπου μέρες είδαμε τον ξακουστό γέροντα στο ταπεινό κελί του. Στην παρέα ήταν και δύο πρώην βουλευτές, που είχαν, σημειωτέον, ψηφίσει τα Μνημόνια… «Νίκο, σου είπα να μην το κάνεις αυτό», είπε στον έναν από αυτούς, που είχε ξαναπάει και είχε ξαναδεί τον γέροντα.
«Να ξέρετε κάτι, παιδιά μου: η οικονομική αυτή κρίση θα κάνει καλό στην Ελλάδα. Θα το δείτε σε λίγο καιρό, μία μπόρα είναι και θα περάσει. Είναι μία ευκαιρία να ενισχύσουμε την πίστη στον τριαδικό Θεό μας», εξήγησε ο ταπεινός γέροντας.
«Γέροντα, εδώ που φθάσαμε, η Ελλάδα είναι εύκολο να σωθεί;», τον ρώτησα. «Η Ελλάδα και θα σωθεί και σύντομα θα σταθεί στα πόδια της», μου είπε και συμπλήρωσε: «Να προσέχετε εσείς οι δημοσιογράφοι τι γράφετε».
Χωρίς να γνωρίζει την ιδιότητά μου, ούτε καν το όνομά μου, αναφέρθηκε στο γράψιμο… Τον ρώτησα: «Έγραψα κάτι που δεν έπρεπε;» και χαμογελαστά απάντησε: «Είπα γενικότερα να προσέχεις, διότι οι παγίδες στη δημοσιογραφία είναι πολλές…». Η συζήτηση συνεχίστηκε με πνευματικά θέματα, αλλά και με ό,τι αφορά την Ελλάδα. Έδειχνε να πονάει ιδιαίτερα αυτόν τον τόπο, όπως άλλωστε και ο πνευματικός του καθοδηγητής, πατέρας Παΐσιος. Του ζήτησα να μου δώσει ευλογία για να τον φωτογραφήσω, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας: «Όχι, παιδί μου…».
«Να ζείτε απλά, χωρίς ανέσεις και επιθυμίες για πολλά στη ζωή σας, να εκκλησιάζεστε τακτικά και να εξομολογείστε, να προσεύχεστε με πίστη και ταπείνωση, με αγάπη για τους συνανθρώπους μας και τον Χριστό μας και τότε ο Παντοδύναμος θα σας χτυπήσει την πόρτα», κατέληξε ο θεόπνευστος γέροντας.


Ο Γέρων Ευθύμιος της Καψάλας γράφει για την αγία μορφή του γέροντα Ευσεβίου Γιαννακάκη

Ο ιερεύς π. Παναγιώτης Τ., ο οποίος διετέλεσε και καθηγητής στην Αθωνιάδα Σχολή, σε ομιλία του στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, είχε πει μεταξύ άλλων: «Γνωρίζω πολλούς Αγιορείτας, φτασμένους στην αρετή ανθρώπους, που το όνομα και μόνο του γέροντα ακούνε και κάνουν τον σταυρό τους. Μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι’ αυτόν και τον έχουν άγιο. Θα αναφέρω δύο περιστατικά, άγνωστα στους πολλούς, τα οποία γνωρίζω ο ίδιος από πρώτο χέρι: Κάποιος συμφοιτητής μου ήθελε να γίνει μοναχός. Εσκέπτετο να μεταβεί στο Άγιον Όρος… Τους χρόνους των σπουδών του, ιδίως τους δύο τελευταίους, είχε αυτόν τον προβληματισμό μέσα του. Ένα απόγευμα, το εκμυστηρεύθηκε στον π. Ευσέβιο, αν και δεν ήταν πνευματικό του τέκνο, και εκείνος παραδόξως τον απέτρεψε. Του είπε: “Δεν κάνεις, παιδί μου, για μοναχός”. Το αψήφησε, δεν το έλαβε υπόψη του. Πήγε στη μονή … (μεγάλη κοινοβιακή μονή του Αγίου Όρους), έβαλε μετάνοια στον γέροντα και παρέμεινε δόκιμος. Κάτι δεν πήγαινε καλά και αυτό ήταν η αιτία να μην προχωρήσει ο γέροντας στην κουρά του. Ένα καλοκαίρι που έτυχε να είμαι κι εγώ στη μονή, ο δόκιμος ανέφερε στον ηγούμενο αυτό που του είχε πει ο π. Ευσέβιος. Και εκείνος του είπε: “Δεν μου το έλεγες από την αρχή, παιδάκι μου, ότι ο π. Ευσέβιος σου είπε έτσι; Γιατί και εσύ να βασανίζεσαι κι εμάς να ταλαιπωρείς; Το έβλεπα κι εγώ ότι δεν κάνεις. Είχε δίκιο ο π. Ευσέβιος”. Μία φορά μόνο είχε δει τον συμφοιτητή μου ο διακριτικός γέροντας π. Ευσέβιος και με το χάρισμα της διοράσεως, που το έκρυβε μέσα του με πολλή επιμέλεια, του έδωσε τη σωστή κατεύθυνση. Ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης π. Γ.Κ., πριν φύγει για την επαρχία, όπου θα άνοιγε μοναστήρι, πέρασε από το Ιπποκράτειο, να πάρει την ευχή του π. Ευσεβίου.
- Φεύγω, πάτερ Ευσέβιε, για την … (και ανέφερε το όνομα της πόλεως).
- Για το Άγιο Όρος.
- Για την …, επανέλαβε εκείνος, νομίζοντας ότι ο γέροντας δεν είχε ακούσει καλά.
- Για το Άγιο Όρος, είπε πάλι ο γέροντας.
Δεν στάθηκε τότε στον λόγο του π. Ευσεβίου ο π. Γ. Πήγε, βέβαια, στον τόπο που είχε προγραμματίσει. Όταν όμως η Θεία Πρόνοια τον οδήγησε τελικά στο Άγιο Όρος, για να ανακαινίσει και να επανδρώσει μεγάλη κοινοβιακή μονή, τότε αξιολόγησε τη ρήση του προορατικού γέροντα…».
Αρκετοί Αγιορείτες, οι οποίοι στα φοιτητικά τους χρόνια είχαν πνευματικό τον π. Ευσέβιο, και άλλοι που μαθήτευσαν κοντά του μιλούν σήμερα με πολλή ευγνωμοσύνη και αγάπη για εκείνον. Ένας απ’ αυτούς, ο π. Ευθύμιος, ιερομόναχος στην Καλύβη της Αναστάσεως, γράφει: «Τον π. Ευσέβιο γνώρισα το έτος 1974, όταν πρωτοπήγα στην Αθήνα για εισαγωγικές εξετάσεις. Στη συνέχεια, ως φοιτητής, εκκλησιαζόμουν στον Άγιο Λουκά του Ιπποκράτειου και εξομολογούμην σε εκείνον, όσον καιρό ήμουν στην Αθήνα. Αποτελούσα μέλος μιας μικρής συνάξεως με ιεροσπουδαστές της Ροζαρίου και θεολόγους φοιτητές. Τακτικά μας συγκέντρωνε ο γέροντας και μας βοηθούσε πνευματικά με την πείρα του και τη διάκρισή του. Ήταν η λατρευτική ζωή του παρεκκλησίου όαση πνευματική και ο σεβαστός π. Ευσέβιος φύλακας άγγελος στα δύσκολα φοιτητικά χρόνια. Αισθανόμουν έναν αυθόρμητο σεβασμό και εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του. Η μειλίχια και ήρεμη μορφή του μετέδιδε παρηγοριά και αισιοδοξία. Η απλότητά του βοηθούσε να τον πλησιάσεις και να ανοίξεις την καρδιά σου. Η ιεροπρέπειά του ενέπνεε ευλάβεια. Η πνευματική του ζωή ήταν κρυφή, δεν μιλούσε για τους αγώνες του. Άνετα εν τούτοις διεφαίνετο ή ασκητικότητά του, η αυταπάρνησή του και η αφοσίωσή του στο καθήκον του.

Τον γνωρίσαμε ως ευλαβέστατο Λειτουργό και άριστο Πνευματικό. Τον βλέπαμε, παρ’ όλη την ηλικία του, να αναλώνει τον χρόνο του, τις δυνάμεις του, τον εαυτό του ολόκληρο στη διακονία των αγαπημένων του ασθενών. Έπαιρνε τη λύπη τους και τους μετέδιδε ελπίδα. Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως. Οι προσευχές του βοηθούσαν πολλούς με τρόπο θαυματουργικό να βρουν την υγεία της ψυχής με την εξομολόγηση και κατόπιν του σώματος. Νύκτωνε στο εξομολογητήριό του και όρθριζε στη δοξολογία του Θεού. Οργάνωνε κατηχητικά, φιλανθρωπίες, έκανε ιδρύματα και πάρα πολλές κρυφές ελεημοσύνες. Μια φορά, παραμονή εορτών, είχε ετοιμάσει φακέλους με χρήματα για πρόσωπα που είχαν ανάγκη. Κάποιος άνοιξε το ντουλαπάκι του Ιερού και πήρε τα χρήματα. Ο Γέροντας ήρεμα το αντιμετώπισε και, όταν του προτείναμε να το αναφέρει στην Αστυνομία, δεν συμφώνησε. Μόνο ηύχετο για να μετανοήσει ο κλέπτης… Πολύ ωφελήθηκα κοντά του και πολλά με δίδαξε. Αλλά κυρίως δύο χαρακτηριστικά του μ’ εντυπωσίαζαν περισσότερο. Το πρώτο ήταν η προσπάθειά του να ζει και να εργάζεται αφανώς, διότι ήταν πολύ ταπεινός… Όπως η ζωή του ήταν μυστική, έτσι και το έργο του δεν ήθελε να φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων. Αυτό είναι τεκμήριο γνησιότητος. Ό,τι έκανε το έκανε για τον Θεό και την εικόνα Του, τον άνθρωπο.
Ομολογούσε και πίστευε ότι όλα οφείλονται στη χάρη του Θεού. Ο ίδιος δεν είχε λογισμούς ότι κάνει κάτι αξιόλογο. Δεν είχε επιδιώξεις για προαγωγές και αξιώματα, ούτε για επισκοπικούς θρόνους. Αυτά δεν τον συγκινούσαν, αν και του άξιζαν. Προτιμούσε να εργάζεται στο έργο του Θεού, θαμμένος στο μικρότατο γραφειάκι του, κάτω από το Ιερό της εκκλησίας, και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Αλλά ο πνευματικός του πλούτος και η Χάρη του ήταν αδύνατον να κρυφθούν, γι’ αυτό και οι άνθρωποι έτρεχαν κοντά του. Εύρισκαν έναν στοργικό πατέρα και έναν πνευματικό οδηγό.
Το δεύτερο που με εντυπωσίαζε στον γέροντα ήταν η ειλικρινής Αγάπη του για τον μοναχισμό. Έζησε ο ίδιος ως μοναχός στη Λαύρα των Καλαβρύτων με υπακοή, ξενιτειά και προσευχή σε χρόνια πολύ δύσκολα. Στο Ιπποκράτειο διέμεινε σ’ ένα πολύ μικρό κελάκι, στον τελευταίο όροφο, δίπλα στους ασθενείς. Εκεί “ως στρουθίον μονάζον επί δώματος” (Ψαλμ. ρα’, 8) ζούσε ασκητικά, απλά και πτωχικά. Ανεδείχθη κτίτωρ δύο γυναικείων μονών και εβοήθησε πολλούς νέους ν’ ακολουθήσουν την Αγγελική ζωή των μοναχών, όπως και την αναξιότητά μου. Κάθε χρόνο επεσκέπτετο το Άγιο Όρος. Ουδέποτε διέκοψε τις σχέσεις του με το μοναστήρι της μετάνοιάς του και τον ηγούμενο παραδελφό του, π. Άνθιμο.
Ενίοτε μ’ έπαιρνε μαζί του στη Λαύρα των Καλαβρύτων για την αγρυπνία του Αγίου Αλεξίου, καθώς και στο Μοναστήρι του των Εισοδίων στον Ωρωπό. Ήρθε και με επισκέφθηκε στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Αεροπορίας στην Τρίπολη και εκεί, καθήμενοι μόνοι μας στην αίθουσα του επισκεπτηρίου, με εξομολόγησε και δρόσισε την ψυχή μου…
Όταν εξέφρασα την επιθυμία μου να γίνω μοναχός στο “Περιβόλι της Παναγίας”, το σεβάστηκε και το χάρηκε… Αφήνοντας τον κόσμο, πέρασα να τον χαιρετήσω. Με συμβούλευσε καταλλήλως. Με χαιρέτησε δίνοντάς μου την ευχή του. Ήταν η τελευταία μας συνάντηση. Έκτοτε δεν τον ξαναείδα. Οι ευχές του με βοήθησαν να γίνω μοναχός. Αιωνία του η μνήμη. Ο Θεός να τον συναριθμήσει στη χορεία των Αγίων Του.
Αμήν.
Με άπειρη ευγνωμοσύνη, Ιερομόναχος Ευθύμιος Αγιορείτης».

Ο Παπα – Δημήτρης Γκαγκαστάθης (29 Ιανουαρίου 1975)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου-δασκάλου
.
Ο παπά – Δημήτρης γεννήθηκε το 1902 στον Πλάτανο Τρικάλων, χωριό που για 42 ολόκληρα χρόνια, (1931-1973) υπηρέτησε ως εφημέριος«ελλαμπόμενος από τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος».
Και εκεί στις 29 Ιανουαρίου, 1975,«εξήχθη εις αναψυχήν, συναντήσας το Φως της ζωής». Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να πάρει μόρφωση και μικρός έγινε τσοπανόπουλο. Βόσκοντας, όμως, τα πρόβατα, άρχισε να έχει τις πρώτες πνευματικές εμπειρίες.
Γράφει ο ίδιος: “Για να ενδυναμώσω την πίστη μου διάβαζα στην καλύβα μου βίους Αγίων. Απέφευγα τις συναναστροφές του κόσμου.
Επί τούτου επήγαινα στις πιο βαθιές χαράδρες και προσευχόμουν. Πολλά βράδυα έρχονταν δαίμονες (…) για να με εξοντώσουν αλλά οι Αρχάγγελοι δεν τους επέτρεπαν και έφευγαν άπρακτοι”. Σε ηλικία 19 ετών κατατάχθηκε στην Χωροφυλακή.
Πριν φύγει από το χωριό πέρασε από τους προστάτες του Αρχαγγέλους. “Τους προσκύνησα και τους παρακάλεσα: Με καλεί η πατρίδα να πηγαίνω. Σας θέλω να με ενισχύσετε, να με βοηθήσετε και να έλθω πάλιν σώος και αβλαβής, όπως φεύγω τώρα”.
Πολέμησε στην Μικρά Ασία. Στην μεγάλη καταστροφή της Σμύρνης, οι προστάτες του Αρχάγγελοι τον έσωσαν θαυματουργικώς πολλές φορές. Γράφει ο παπα-Δημήτρης:
“Έφθασα στην Σμύρνη Σάββατο, την ώρα που κτυπούσαν οι καμπάνες. Τι συγκινητικόν ήτο! Αργά την νύκτα έρχεται και πάλιν ο γέρων (εννοεί τον Αρχάγγελο) και μου λέγει: να (…) πας εις το δεύτερο λιμάνι.
Περί ώρα 9, παρά τέταρτο, να μπεις εις το πλοίον και θα βγείς εις την Χίον. Εγώ είμαι μαζί σου, μη φοβείσαι. Έτσι και έγινε. Βγήκα εις την Χίο και έπειτα στην Αθήνα. Από την Αθήνα με έστειλαν εις την Κομοτηνή. Εκεί τακτικά εκκλησιαζόμουν και έμαθον και την ψαλτική.
Γυρίζοντας από το στρατιωτικό εγράφηκα εις άλλο Δημοτικό Σχολείο και πήρα απολυτήριον έκτης Δημοτικού, για να γίνω Ιερεύς. Την 24ην Μαΐου 1931 έγινα Διάκονος και εις τας 26 του ιδίου μηνός έγινα Ιερεύς”. Τότε άρχισε η θαυμαστή ποιμαντική, ασκητική, ιερατική, εθνική και κοινωνική ζωή του παπα-Δημήτρη.
Ως πατέρας (εννέα παιδιών μάλιστα), ιερεύς και ποιμένας, πονούσε με αγάπη ολόκληρο το ποίμνιο του, ολόκληρο το χωριό του. Είχε γεμίσει όλους τους χώρους του μικρού χωριού του με εικονοστάσια, σταυρούς, εικόνες κλπ.
Ήταν φιλάνθρωπος, ελεήμων, ανοιχτόκαρδος, κοινωνικός, έχοντας πάντοτε καραμέλες για τους μικρούς και μικροποσά για τους ενδεείς μεγάλους. Ενδιαφερόταν για βιβλιοθήκες, έκανε επισκέψεις, έδινε δώρα, έστελνε επιστολές.
Ήταν μέσα σ΄όλα, αλλά ουσιαστικά ζούσε έξω από όλα. Ήταν ασκητής στον κόσμο, έχοντας απόλυτη άνεση, με τον Θεό, με τους Ταξιάρχες και τους Αγίους. Μια φορά όταν πέρασε αβρόχοις ποσίν ένα πλημμυρισμένο ποτάμι, (για να σωθεί έτσι από εχθρούς) πολύ απλά είπε: “Ε ! τον τσακώσαμε τον Γιώργη, τον πιάσαμε τον Ευεργέτη”.
Ο Ηγούμενος τους Ι.Μ.Σιμωνόπετρας, Αιμιλιανός, που είχε στενό σύνδεσμο με τον παπα-Δημήτρη, γράφει: “Και ο ύπνος του σώματος του και η νήψις τους ψυχής του και η μύησις των οφθαλμών του και ο λόγος του και η σιωπή του ήσαν στοιχεία και μέσα επικοινωνίας με τον Θεόν και τους φίλους του Θεού. Εζη συνηρμοσμένος εν τω μυστικώ σώματι τους Εκκλησίας, έζη την Βασιλείαν του Θεού, τα φαινόμενα θεωρών, τα αόρατα κατανοών”.
Η πνευματικότητα, η πίστη του και η γενναιότητά του, φάνηκαν στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον Πλάτανο ελεγχόταν από τον ΕΛΑΣ. Ο παπα- Δημήτρης, μόνος παπάς σε όλη την περιοχή, αρνιόταν να συνοδοιπορήσει με τους κομμουνιστές. Κατήγγειλε τα άθεα πιστεύω τους.
Κυνηγήθηκε αλύπητα και κινδύνευσε πολλές φορές. Πολλοί, ακόμα και οι οικείοι του, του έλεγαν να σωπάσει, αλλά αυτός αρνιόταν. Γράφει: “Μου λέει η παπαδιά μου. Παπά χαζάθηκες τελείως; Εσύ θα φέρεις το αποτέλεσμα;
Δεν βλέπεις όλους τους παπάδες των χωριών, που κάθονται στα σπίτια τους, δουλεύουν και τρώγουν με τους οικογένειες τους; Εγώ τους απαντώ. Θα πεθάνω για τον Χριστό και όχι για τον χρυσό. Κομμουνιστής εγώ δεν γίνομαι.” Ο παπα-Δημήτρης δεν φοβόταν γιατί συνοδοιπορούσε με τους Αγίους, τους Ταξιάρχες και τον Αη-Νικόλα. Γράφει ο ίδιος:
‘Όταν στις 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωί, κτύπησα την καμπάνα, μας περιεκύκλωσεν αντάρτικος στρατός. Το χωριό μας ήταν με ομάδα εθνική και γι΄ αυτό ήθελαν να μας εξοντώσουν. Άρχισαν να ρίχνουν πυρά τους φοβερισμό. Εγώ μόλις είχα μπει στην Εκκλησία, έκαμα τον σταυρό μου, παρεκάλεσα τον Άγιο Νικόλαο και φεύγω.
Εκείνοι από το φυλάκιο ρίξανε άφθονες σφαίρες με το πυροβόλο, καμία τους δεν με εκτύπησε. Ακολούθησα ένα ρέμα, τα Αμπέλια και έχασαν τα ίχνη μου. Επήγαινα προς το χωριό Βασιλική που είχε εθνικό στρατό και ομάδα, για να φυλαχθώ.
Κοντά στα σύνορα των δύο χωριών, Ριζώματος-Βασιλικής με έφτασαν. Είχαν διατάξει 10 ιππείς και με τον αρχηγό να με πιάσουν. Με κυνηγούσαν, έβριζαν και έριχναν με τα Στεν, χωρίς να μπορούν να με φονεύσουν. Οι σφαίρες τρύπαγαν τα ράσα.
Με πλησίασαν και με περιεκύκλωσαν στα 50 μέτρα γύρω-γύρω, φωνάζοντας: κερατά τράγο, πού θα πας; (με έβριζαν ελεεινά).
Εγώ ευρισκόμενος εν μέσω κινδύνου, εσήκωσα τα χέρια προς τον ουρανό και εφώναξα από το βάθος της ψυχής: Μιχαήλ Αρχιστράτηγε, σώσε με, κινδυνεύω. Ω του θαύματος! Σαν αστραπή παρουσιάσθη ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εις τον αρχηγό. Είδα ένα νέο με σπαθί, που έκοψε τα σχοινιά από την σέλα του αλόγου, τον έριξε κάτω και τον έσπασε την σπονδυλική στήλη.
Οι υπόλοιποι έμειναν ακίνητοι, ωσάν να τους είχε κτυπήσει ηλεκτρισμός. Ακούω μια φωνή, ήταν του αρχηγού τους, να λέγει: Εχεις όριο ζωής και υψηλούς προστάτας. Ευχαριστώ, τους απήντησα.
Τους συγχώρησα και τους ευχήθηκα ο Θεός να τους φωτίσει, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί άνθρωποι. Να λέτε την αλήθεια, τους είπα, να έχετε τον Θεό βοήθεια και έφυγα σιγά-σιγά για τον προορισμό μου”.
Η ζωή του έκτοτε και μέχρι της ασθενείας του ήτο μία διαρκής κένωση του εαυτού του υπέρ πάντων. Τον άκουγες να λέγει “Τρέξε παπα- Δημήτρη, τρέξε, ο διάβολος έζωσε και πάλι το χωριό”.
Το κομποσχοίνι έλιωνε στα χέρια του υπέρ πάντων και όταν καμμιά φορά αγνοούσε τα ονόματα, μουρμούριζε: “υπέρ του διευθυντού του ΚΤΕΛ, υπέρ του οδοντιάτρου, υπερ…υπέρ…”.
Επισκεπτόταν μοναστήρια για πνευματική αναψυχή και δύναμη, είχε αναπτύξει πνευματικό δεσμό με τους μακάριους γέροντες π. Φιλόθεο Ζερβάκο, π. Αμφιλόχιο Μακρή, π. Εφραίμ Κατουνακιώτη, με τους οποίους αλληλογραφούσε και εξωμολογείτο.
Αν και ασπούδαστος, είχε ακέραιη ορθόδοξη πίστη, γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και διάκριση πνευμάτων. Γράφει ο ίδιος:“Όταν το 1971 ήλθαν οι μεγάλοι των ξένων εκκλησιών στα Τρίκαλα, πήγα και τους είδα και λέγω: φύγε παπαδημήτρη ογλήγορα και μην κοιτάς πίσω”.
Όταν του διαγνώσθηκε καρκίνος, τον Φεβρουάριο του 1970 υπεβλήθη σε εγχείριση στον Ευαγγελισμο. Θαύμα μεγάλο και ζωντανό έγινε. Γράφει ο ίδιος σε επιστολή του: “Οι ιατροί του ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ μου το ανήγγειλαν καθαρά το πικρό φιρμάνι.
Εγώ εδόξαζα τον Θεόν, που μου έδωκε αυτό το μεγάλο δώρον, τον καρκίνον, για να με δοκιμάσει. Η εγχείρισις κράτησε 5 ώρες. Τις επόμενες ημέρες είχα μία διάθεση που μου ερχόταν να κατέβω από το κρεββάτι. Δεν αισθανόμουν τίποτα.
Το βράδυ, που έμεινα μόνος, ήλθαν δύο άγνωστοι και με φύλαγαν και με ανακούφιζαν. Χαρά Θεού και ευλογία Θεού εκείνο το βράδυ, που δεν μπορώ να περιγράψω. Ολοι εθαύμασαν πως έζησα”.
Επέστρεψε ο πατήρ-Δημήτριος στο χωριό του, έχοντας υγεία πλέον, ιδιαίτερα εύθραυστη. Το 1973 νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ για «ανώτερες σπουδές», όπως έλεγε χαριτολογώντας. Ο Θεός προετοίμαζε τον δούλο του.
Στις 29/1/1975, μετά πολύμηνους φρικτούς πόνους ο Θεός τον δέχθηκε. Πριν αναχωρήσει για τις σκηνές των δικαίων έλεγε: “Όταν βρώ εκεί θέσιν, τότε θα έρχομαι και θα σας βοηθώ. Αμ, πώς! Θα ξεχάσω τα πνευματικά μου παιδιά;”
Πηγή: ΑΚΤΙΝΕΣ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ -ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥ(Απρίλιος 2023)

  Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί-ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ Ευγνώμονες και δοξολογικές ευχαριστίες αναπέμπουμε προς τον Δωρεοδότη  και Αναστάντα Κύριο ημών ...